lucratively investing
προσφέροντας κέρδος κατά την επένδυση
lucratively selling
προσφέροντας κέρδος κατά την πώληση
lucratively managed
προσφέροντας κέρδος κατά τη διαχείριση
lucratively expanding
προσφέροντας κέρδος κατά την επέκταση
lucratively operating
προσφέροντας κέρδος κατά τη λειτουργία
lucratively producing
προσφέροντας κέρδος κατά την παραγωγή
lucratively earning
προσφέροντας κέρδος κατά την απόκτηση εισοδήματος
lucratively generating
προσφέροντας κέρδος κατά τη δημιουργία
lucratively acquiring
προσφέροντας κέρδος κατά την απόκτηση
lucratively trading
προσφέροντας κέρδος κατά το εμπόριο
they lucratively managed their rental properties, generating substantial income.
Διέπρεπαν τις ενοικιαζόμενες τους ιδιοκτησίες, παραγωγής σημαντικών εισοδημάτων.
the company lucratively sold its software licenses to international clients.
Η εταιρεία διέπρεπε να πουλήσει τις άδειες λογισμικού της σε διεθνείς πελάτες.
he lucratively invested in emerging markets, seeing significant returns.
Επένδυσε διέπρεπα σε νέους αγορές, βλέποντας σημαντικές επιστροφές.
the artist lucratively sold his paintings at the prestigious gallery.
Ο καλλιτέχνης διέπρεπε να πουλήσει τις ζωγραφιές του στην προσήκουσα γκαλερί.
the real estate agent lucratively brokered the deal between buyer and seller.
Ο μεσιτής ακινήτων διέπρεπε να διαχειριστεί τη συναλλαγματική μεταξύ αγοραστή και πωλητή.
the vineyard lucratively produced and exported high-quality wines.
Η καλλιέργεια του αμπέλου διέπρεπε να παράγει και να εξαγάγει υψηλής ποιότητας κρασιά.
she lucratively leveraged her network to secure lucrative contracts.
Εκμεταλλεύτηκε διέπρεπα το δίκτυό της για να αποκτήσει επιδοτούμενες συμβάσεις.
the startup lucratively monetized its user base through targeted advertising.
Η νέα εταιρεία διέπρεπε να αποκτήσει κέρδη από τη βάση χρηστών της μέσω εντοπισμένης διαφήμισης.
the consultant lucratively advised the company on restructuring its operations.
Ο σύμβουλος διέπρεπε να συμβουλεύσει την εταιρεία για αναδιοργάνωση των λειτουργιών της.
they lucratively exploited the growing demand for sustainable products.
Εκμεταλλεύτηκαν διέπρεπα την αυξανόμενη ζήτηση για βιώσιμα προϊόντα.
the author lucratively wrote and sold several bestselling novels.
Ο συγγραφέας διέπρεπε να γράψει και να πουλήσει πολλά βιβλία που πούλησαν πολύ καλά.
lucratively investing
προσφέροντας κέρδος κατά την επένδυση
lucratively selling
προσφέροντας κέρδος κατά την πώληση
lucratively managed
προσφέροντας κέρδος κατά τη διαχείριση
lucratively expanding
προσφέροντας κέρδος κατά την επέκταση
lucratively operating
προσφέροντας κέρδος κατά τη λειτουργία
lucratively producing
προσφέροντας κέρδος κατά την παραγωγή
lucratively earning
προσφέροντας κέρδος κατά την απόκτηση εισοδήματος
lucratively generating
προσφέροντας κέρδος κατά τη δημιουργία
lucratively acquiring
προσφέροντας κέρδος κατά την απόκτηση
lucratively trading
προσφέροντας κέρδος κατά το εμπόριο
they lucratively managed their rental properties, generating substantial income.
Διέπρεπαν τις ενοικιαζόμενες τους ιδιοκτησίες, παραγωγής σημαντικών εισοδημάτων.
the company lucratively sold its software licenses to international clients.
Η εταιρεία διέπρεπε να πουλήσει τις άδειες λογισμικού της σε διεθνείς πελάτες.
he lucratively invested in emerging markets, seeing significant returns.
Επένδυσε διέπρεπα σε νέους αγορές, βλέποντας σημαντικές επιστροφές.
the artist lucratively sold his paintings at the prestigious gallery.
Ο καλλιτέχνης διέπρεπε να πουλήσει τις ζωγραφιές του στην προσήκουσα γκαλερί.
the real estate agent lucratively brokered the deal between buyer and seller.
Ο μεσιτής ακινήτων διέπρεπε να διαχειριστεί τη συναλλαγματική μεταξύ αγοραστή και πωλητή.
the vineyard lucratively produced and exported high-quality wines.
Η καλλιέργεια του αμπέλου διέπρεπε να παράγει και να εξαγάγει υψηλής ποιότητας κρασιά.
she lucratively leveraged her network to secure lucrative contracts.
Εκμεταλλεύτηκε διέπρεπα το δίκτυό της για να αποκτήσει επιδοτούμενες συμβάσεις.
the startup lucratively monetized its user base through targeted advertising.
Η νέα εταιρεία διέπρεπε να αποκτήσει κέρδη από τη βάση χρηστών της μέσω εντοπισμένης διαφήμισης.
the consultant lucratively advised the company on restructuring its operations.
Ο σύμβουλος διέπρεπε να συμβουλεύσει την εταιρεία για αναδιοργάνωση των λειτουργιών της.
they lucratively exploited the growing demand for sustainable products.
Εκμεταλλεύτηκαν διέπρεπα την αυξανόμενη ζήτηση για βιώσιμα προϊόντα.
the author lucratively wrote and sold several bestselling novels.
Ο συγγραφέας διέπρεπε να γράψει και να πουλήσει πολλά βιβλία που πούλησαν πολύ καλά.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now