lucratively

[US]/[ˈlʊkrətɪvli]/
[UK]/[ˈluːkrətɪvli]/
Frequency: Very High

Translation

adv. Με έναν τρόπο που παράγει πολύ χρήμα; κερδοφόρα; Με έναν τρόπο που παρέχει σημαντική οικονομική απόκτηση; Επιτυχώς και οικονομικά.

Phrases & Collocations

lucratively investing

προσφέροντας κέρδος κατά την επένδυση

lucratively selling

προσφέροντας κέρδος κατά την πώληση

lucratively managed

προσφέροντας κέρδος κατά τη διαχείριση

lucratively expanding

προσφέροντας κέρδος κατά την επέκταση

lucratively operating

προσφέροντας κέρδος κατά τη λειτουργία

lucratively producing

προσφέροντας κέρδος κατά την παραγωγή

lucratively earning

προσφέροντας κέρδος κατά την απόκτηση εισοδήματος

lucratively generating

προσφέροντας κέρδος κατά τη δημιουργία

lucratively acquiring

προσφέροντας κέρδος κατά την απόκτηση

lucratively trading

προσφέροντας κέρδος κατά το εμπόριο

Example Sentences

they lucratively managed their rental properties, generating substantial income.

Διέπρεπαν τις ενοικιαζόμενες τους ιδιοκτησίες, παραγωγής σημαντικών εισοδημάτων.

the company lucratively sold its software licenses to international clients.

Η εταιρεία διέπρεπε να πουλήσει τις άδειες λογισμικού της σε διεθνείς πελάτες.

he lucratively invested in emerging markets, seeing significant returns.

Επένδυσε διέπρεπα σε νέους αγορές, βλέποντας σημαντικές επιστροφές.

the artist lucratively sold his paintings at the prestigious gallery.

Ο καλλιτέχνης διέπρεπε να πουλήσει τις ζωγραφιές του στην προσήκουσα γκαλερί.

the real estate agent lucratively brokered the deal between buyer and seller.

Ο μεσιτής ακινήτων διέπρεπε να διαχειριστεί τη συναλλαγματική μεταξύ αγοραστή και πωλητή.

the vineyard lucratively produced and exported high-quality wines.

Η καλλιέργεια του αμπέλου διέπρεπε να παράγει και να εξαγάγει υψηλής ποιότητας κρασιά.

she lucratively leveraged her network to secure lucrative contracts.

Εκμεταλλεύτηκε διέπρεπα το δίκτυό της για να αποκτήσει επιδοτούμενες συμβάσεις.

the startup lucratively monetized its user base through targeted advertising.

Η νέα εταιρεία διέπρεπε να αποκτήσει κέρδη από τη βάση χρηστών της μέσω εντοπισμένης διαφήμισης.

the consultant lucratively advised the company on restructuring its operations.

Ο σύμβουλος διέπρεπε να συμβουλεύσει την εταιρεία για αναδιοργάνωση των λειτουργιών της.

they lucratively exploited the growing demand for sustainable products.

Εκμεταλλεύτηκαν διέπρεπα την αυξανόμενη ζήτηση για βιώσιμα προϊόντα.

the author lucratively wrote and sold several bestselling novels.

Ο συγγραφέας διέπρεπε να γράψει και να πουλήσει πολλά βιβλία που πούλησαν πολύ καλά.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now