lurched

[US]/lɜːtʃt/
[UK]/lɜrtʃt/
Frequency: Very High

Translation

vt. να νικήσει
n. απότομη κλίση; παρατροπή; απότομη πτώση; (Lurch) επώνυμο; (Γερμανικά) Lurchi
vi. να κλίνει; να παρατρέπεται

Phrases & Collocations

lurched forward

προχώρησε μπροστά

lurched suddenly

προχώρησε ξαφνικά

lurched awkwardly

προχώρησε ακατάλληλα

lurched violently

προχώρησε βίαια

lurched unexpectedly

προχώρησε απρόσμενα

lurched back

προχώρησε πίσω

lurched around

προχώρησε γύρω

lurched sideways

προχώρησε πλευρικά

lurched to stop

προχώρησε για να σταματήσει

lurched in pain

προχώρησε από πόνο

Example Sentences

the car lurched forward unexpectedly.

Το αυτοκίνητο προχώρησε απροσδόκητα μπροστά.

he lurched to the side to avoid falling.

Προχώρησε πλάγια για να αποφύγει να πέσει.

the ship lurched in the rough seas.

Το πλοίο προχώρησε στις απρόβλεπτες θάλασσες.

she lurched back in surprise when he shouted.

Προχώρησε πίσω από έκπληξη όταν εκείνος φώναξε.

the train lurched to a stop at the station.

Το τρένο προχώρησε για να σταματήσει στη στάση.

he lurched awkwardly as he tried to dance.

Προχώρησε ασυνήθως όταν προσπαθούσε να χορέψει.

as the earthquake struck, the building lurched violently.

Όταν η σεισμική δόνηση έπεσε, το κτίριο προχώρησε βίαια.

the dog lurched forward to chase the ball.

Το σκυλί προχώρησε μπροστά για να κυνηγήσει την μπάλα.

she lurched in her seat as the bus hit a bump.

Προχώρησε στην καρέκλα της όταν το λεωφορείο έπεσε σε ένα αντικείμενο.

the drunk man lurched down the street.

Ο μεθυσμένος άντρας προχώρησε κατά μήκος της οδού.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now