lurches

[US]/lɜːtʃɪz/
[UK]/lɜrʧɪz/
Frequency: Very High

Translation

vt. να νικήσει
n. μια απότομη κλίση ή κίνηση που προκαλεί αστάθεια; ένα χτύπημα ή αποτυχία; ένα επίθετο (Lurch)
vi. να κλινεί ή να βαδίσει ασταθώς; να κινείται ασταθώς

Phrases & Collocations

car lurches

το αυτοκίνητο συγκλονίζεται

boat lurches

το πλοίο συγκλονίζεται

body lurches

το σώμα συγκλονίζεται

train lurches

το τρένο συγκλονίζεται

vehicle lurches

το οχήμα συγκλονίζεται

ship lurches

το πλοίο συγκλονίζεται

forward lurches

συγκλονίζεται προς τα εμπρός

sudden lurches

ξαφνικό συγκλονισμός

lurches forward

συγκλονίζεται προς τα εμπρός

lurches back

συγκλονίζεται προς τα πίσω

Example Sentences

the car lurches forward unexpectedly.

Το αυτοκίνητο προχωράει απότομα.

she lurches to the side when she loses her balance.

Παύει να ισορροπεί και προχωράει προς την πλευρά της.

the boat lurches in the rough sea.

Το πλοίο προχωράει στην ανακατεμένη θάλασσα.

he lurches out of bed in the morning.

Προχωράει από το κρεβάτι του το πρωί.

the train lurches as it starts moving.

Το τρένο προχωράει όταν ξεκινά να κινείται.

she lurches forward when the elevator stops suddenly.

Προχωράει προς τα εμπρός όταν το ασανσέρ σταματά απότομα.

the crowd lurches when the concert begins.

Η πολιτεία προχωράει όταν ξεκινά η συναυλία.

he lurches back in surprise at the loud noise.

Προχωράει πίσω από την έκπληξη από το υπερβολικό θόρυβο.

the ship lurches with each wave.

Το πλοίο προχωράει με κάθε κύμα.

she lurches as she tries to walk on the uneven ground.

Προχωράει όταν προσπαθεί να περπατήσει στο ανίσιο έδαφος.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now