lynchings

[US]/'lintʃiŋ/
Frequency: Very High

Translation

n. η εφαρμογή ποινής χωρίς νομική αρμοδιότητα; η εκτέλεση μέσω λαϊκής δράσης
v. να εκτελεί μέσω λαϊκής δράσης

Example Sentences

lynching is a form of violence

η επιτροπεία είναι μια μορφή βίας

lynching is a heinous crime

η επιτροπεία είναι μια απαράδεκτη παράβαση

lynching is a brutal act of mob justice

η επιτροπεία είναι μια βαριά δράση της λαϊκής δικαιοσύνης

lynching is a dark part of history

η επιτροπεία είναι μια σκοτεινή πτυχή της ιστορίας

lynching is a violation of human rights

η επιτροπεία είναι μια παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

lynching is a barbaric practice

η επιτροπεία είναι μια βαρβαρική πρακτική

lynching is a tool of intimidation

η επιτροπεία είναι ένα εργαλείο εκβιασμού

lynching is a stain on society

η επιτροπεία είναι μια ρύπανση της κοινωνίας

lynching is a manifestation of prejudice

η επιτροπεία είναι μια έκφραση προκαταγραφής

lynching is a cruel method of punishment

η επιτροπεία είναι μια απαράδεκτη μέθοδος ποινής

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now