maimeds

[US]/meɪmd/
[UK]/meɪmd/

Translation

adj. αναπηρικό; τραυματισμένο
v. έκανε αναπήρο (παρατελειακός του ρήματος maim)

Phrases & Collocations

maimeds by violence

παραλυμένοι από βία

maimeds in conflict

παραλυμένοι σε σύγκρουση

maimeds and injured

παραλυμένοι και τραυματισμένοι

maimeds from war

παραλυμένοι από τον πόλεμο

maimeds by accident

παραλυμένοι από ατύχημα

maimeds in battle

παραλυμένοι στη μάχη

maimeds in crisis

παραλυμένοι σε κρίση

maimeds and displaced

παραλυμένοι και αποκαταστραφέντες

maimeds from violence

παραλυμένοι από βία

maimeds by negligence

παραλυμένοι από αμελία

Example Sentences

the accident left many people maimed.

Το ατύχημα άφησε πολλές άτομα με αναπήριες.

he was maimed in the war, but he still fought for his country.

Έγινε αναπήρης κατά τον πόλεμο, αλλά συνέχισε να πολεμά για τη χώρα του.

they are working to support maimed veterans.

Εργάζονται για να υποστηρίξουν τους αναπήρους στρατιώτες.

her accident maimed her for life.

Η αναπηρία της ήταν για την όλη της ζωή λόγω του ατυχήματος.

many animals are maimed due to human negligence.

Πολλά ζώα γίνονται αναπήρα από την ανθρώπινη αμελία.

the documentary highlighted the plight of maimed soldiers.

Η εκπομπή έδειξε την πολυπλοκότητα των αναπήρων στρατιωτών.

she dedicated her life to helping maimed children.

Αφιέρωσε τη ζωή της για να βοηθήσει παιδιά με αναπηρία.

injuries that maimed him were a result of the explosion.

Οι τραυματισμοί που τον έκαναν αναπήρα ήταν αποτέλεσμα της έκρηξης.

they provided medical care for maimed animals.

Παρείχαν ιατρική φροντίδα για αναπήρους ζώα.

his experience of being maimed changed his perspective on life.

Η εμπειρία του να γίνει αναπήρης άλλαξε την άποψή του για τη ζωή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now