mainstay

[US]/'meɪnsteɪ/
[UK]/'menste/
Frequency: Very High

Translation

n. κύριος υποστηρικτής, στύλος, πυλώνας.
Word Forms
Pluralmainstays

Example Sentences

The mainstay of the economy is agriculture.

Η βασική περιουσία της οικονομίας είναι η γεωργία.

Education is considered a mainstay for a prosperous society.

Η εκπαίδευση θεωρείται βασική περιουσία για μια επιτυχημένη κοινωνία.

The mainstay of the team is their captain.

Η βασική περιουσία της ομάδας είναι ο προπονητής της.

Hard work is the mainstay of success.

Η σκληρή εργασία είναι η βασική περιουσία της επιτυχίας.

Family support is a mainstay during tough times.

Η οικογενειακή υποστήριξη είναι βασική περιουσία κατά τη δύσκολη περίοδο.

The mainstay of the menu is seafood dishes.

Η βασική περιουσία του μενού είναι τα ψαρινά πιάτα.

Innovation is the mainstay of technological advancement.

Η επινόηση είναι η βασική περιουσία της τεχνολογικής προόδου.

The mainstay of the company's success is its dedicated employees.

Η βασική περιουσία της επιτυχίας της εταιρείας είναι οι προσεκτικοί υπάλληλοι της.

Healthy eating is the mainstay of a fit lifestyle.

Η υγιεινή διατροφή είναι η βασική περιουσία μιας υγιεινής ζωής.

Teamwork is the mainstay of a successful project.

Η συνεργασία είναι η βασική περιουσία ενός επιτυχημένου έργου.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now