masculinities

[US]/ˌmæskjəˈlɪnɪti:/
[UK]/ˌmæskju'lɪnəti/
Frequency: Very High

Translation

n. ποιότητες ή χαρακτηριστικά που συνήθως συνδέονται με το να είναι ανδρικός; ανδρικότητα

Phrases & Collocations

toxic masculinity

τοξική ανδρικότητα

traditional masculinity

παραδοσιακή ανδρικότητα

positive masculinity

θετική ανδρικότητα

toxic masculinity traits

χαρακτηριστικά της τοξικής ανδρικότητας

masculinity in society

ανδρικότητα στην κοινωνία

masculinity and femininity

ανδρικότητα και γυναικεία χαρακτηριστικά

modern masculinity

σύγχρονη ανδρικότητα

healthy masculinity

υγιής ανδρικότητα

masculinity stereotypes

στερεότυπα ανδρικότητας

Example Sentences

Football is a bastion of masculinity in this area.

Ο ποδόσφαιρας είναι ένα παράγοντα ανδρικότητας σε αυτήν την περιοχή.

The sex role theory of Masculinities is an absolutely different partition between Masculinity and Femineity bases on sex.

Η θεωρία του ρόλου του φύλου της Μασκουλινίτητάς είναι ένας εντελώς διαφορετικός διαχωρισμός μεταξύ της Μασκουλινίτητάς και της Φεμινινίτητάς που βασίζεται στο φύλο.

masculinity and mental health

ανδρικότητα και ψυχική υγεία

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now