mats

[US]/[mæts]/
[UK]/[mæts]/
Frequency: Very High

Translation

n. Παπατσούλα, συνήθως κατασκευασμένη από πλεκτό ή συμπεσμένο υλικό; Ένα κομμάτι υλικού που χρησιμοποιείται ως βάση για κάτι; Ένα άτομο που πρακτικεύει πολεμικές τέχνες, ιδιαίτερα το καταδύτη ή το αγωνιστικό.
v. Να καλύπτει ή να προστατεύει με μια παπατσούλα.

Phrases & Collocations

yoga mats

γυμναστικά χαλινά

rolled mats

τυλιγμένα χαλινά

laying mats

χαλινά που τοποθετούνται

doormats outside

χαλινά εξωτερικού

new mats

νέα χαλινά

cleaning mats

χαλινά καθαρισμού

placed mats

χαλινά που έχουν τοποθετηθεί

bought mats

χαλινά που αγοράστηκαν

rubber mats

χαλινά από χρωμιούχο

matting areas

περιοχές με χαλινά

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now