meagrely supplied
επαινικά προμηθευμένα
meagrely funded
επαινικά χρηματοδοτημένα
meagrely populated
επαινικά κατοικημένα
meagrely dressed
επαινικά ντυμένα
meagrely rewarded
επαινικά ανταμοιβημένα
meagrely supported
επαινικά υποστηριγμένα
meagrely expressed
επαινικά εκφρασμένα
meagrely available
επαινικά διαθέσιμα
meagrely represented
επαινικά εκπροσωπημένα
meagrely maintained
επαινικά συντηρημένα
he was meagrely rewarded for his hard work.
ανταμείφθηκε άφθονα για τη σκληρή του εργασία.
the meagrely funded project struggled to achieve its goals.
το άφθονα χρηματοδοτούμενο έργο δυσκολεύτηκε να επιτύχει τους στόχους του.
she meagrely contributed to the community service.
συμβάλλει άφθονα στην κοινωνική εργασία.
the meagrely stocked shelves left customers disappointed.
τα άφθονα προμηθευμένα ράφια άφησαν τους πελάτες απογοητευμένους.
his meagrely paid job hardly covered his expenses.
το άφθονα αμειβόμενο έργο του σπάνιζε να καλύψει τις δαπάνες του.
they meagrely celebrated their anniversary with a simple dinner.
γιορτάζουν άφθονα την επέτειό τους με ένα απλό δείπνο.
the meagrely populated area lacked basic amenities.
η άφθονα κατοικημένη περιοχή στερούνταν βασικών παροχών.
she felt meagrely appreciated for her efforts.
αίσθανε άφθονα εκτιμημένη για τις προσπάθειές της.
the meagrely written report failed to impress the board.
το άφθονα γραμμένο έγγραφο απέτυχε να εντυπωσιάσει το συμβούλιο.
his meagrely decorated office felt cold and uninviting.
το άφθονα διακοσμημένο γραφείο του φαινόταν κρύο και απροσκάλεστο.
meagrely supplied
επαινικά προμηθευμένα
meagrely funded
επαινικά χρηματοδοτημένα
meagrely populated
επαινικά κατοικημένα
meagrely dressed
επαινικά ντυμένα
meagrely rewarded
επαινικά ανταμοιβημένα
meagrely supported
επαινικά υποστηριγμένα
meagrely expressed
επαινικά εκφρασμένα
meagrely available
επαινικά διαθέσιμα
meagrely represented
επαινικά εκπροσωπημένα
meagrely maintained
επαινικά συντηρημένα
he was meagrely rewarded for his hard work.
ανταμείφθηκε άφθονα για τη σκληρή του εργασία.
the meagrely funded project struggled to achieve its goals.
το άφθονα χρηματοδοτούμενο έργο δυσκολεύτηκε να επιτύχει τους στόχους του.
she meagrely contributed to the community service.
συμβάλλει άφθονα στην κοινωνική εργασία.
the meagrely stocked shelves left customers disappointed.
τα άφθονα προμηθευμένα ράφια άφησαν τους πελάτες απογοητευμένους.
his meagrely paid job hardly covered his expenses.
το άφθονα αμειβόμενο έργο του σπάνιζε να καλύψει τις δαπάνες του.
they meagrely celebrated their anniversary with a simple dinner.
γιορτάζουν άφθονα την επέτειό τους με ένα απλό δείπνο.
the meagrely populated area lacked basic amenities.
η άφθονα κατοικημένη περιοχή στερούνταν βασικών παροχών.
she felt meagrely appreciated for her efforts.
αίσθανε άφθονα εκτιμημένη για τις προσπάθειές της.
the meagrely written report failed to impress the board.
το άφθονα γραμμένο έγγραφο απέτυχε να εντυπωσιάσει το συμβούλιο.
his meagrely decorated office felt cold and uninviting.
το άφθονα διακοσμημένο γραφείο του φαινόταν κρύο και απροσκάλεστο.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now