medical

[ΗΠΑ]/'medɪk(ə)l/
[ΗΒ]/'mɛdɪkl/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. σχετικός με τον τομέα της ιατρικής· που αφορά την εσωτερική ιατρική· που αφορά τα φάρμακα
n. ένας γιατρός· μια φυσική εξέταση
Word Forms
Pluralmedicals

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

medical examination

ιατρική εξέταση

medical history

ιατρική ιστορία

medical treatment

ιατρική θεραπεία

medical appointment

ιατρικό ραντεβού

medical insurance

ιατρική ασφάλιση

medical equipment

ιατρικός εξοπλισμός

medical service

ιατρική εξυπηρέτηση

medical care

ιατρική περίθαλψη

medical science

ιατρικές επιστήμες

medical college

ιατρικό κολέγιο

medical university

ιατρικό πανεπιστήμιο

medical school

σχολή ιατρικής

medical staff

ιατρικό προσωπικό

medical research

ιατρική έρευνα

medical ethics

ιατρική δεοντολογία

medical record

ιατρικό αρχείο

medical device

ιατρική συσκευή

medical technology

ιατρική τεχνολογία

medical practice

ιατρική εξάσκηση

medical association

ιατρική ένωση

medical instruments

ιατρικά εργαλεία

medical apparatus

ιατρικά μηχανήματα

Παραδείγματα Προτάσεων

a centre for medical research.

ένα κέντρο για ιατρική έρευνα.

the medical evidence is inconclusive.

Οι ιατρικές αποδείξεις είναι ανεπαρκείς.

the Chief Medical Officer.

ο επικεφαλής ιατρικός υπάλληλος.

The stethoscope is a medical instrument.

Το στηθοσκόπιο είναι ένα ιατρικό όργανο.

He is a medical student.

Είναι φοιτητής ιατρικής.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα