melancholies

[US]/ˈmɛlənˌkoʊliz/
[UK]/ˈmɛlənˌkoʊliz/

Translation

n. βαθύς θρήνος ή σκοτάδια
adj. προκαλούν θρήνο ή λύπη

Phrases & Collocations

deep melancholies

βαθιές λυπήσεις

quiet melancholies

ηρεμές λυπήσεις

personal melancholies

προσωπικές λυπήσεις

hidden melancholies

κρυμμένες λυπήσεις

childhood melancholies

παιδικές λυπήσεις

shared melancholies

κοινές λυπήσεις

artistic melancholies

τέχνης λυπήσεις

nostalgic melancholies

νοσταλγικές λυπήσεις

seasonal melancholies

εποσικές λυπήσεις

romantic melancholies

ρομαντικές λυπήσεις

Example Sentences

she expressed her melancholies through her art.

εκφράστηκε η λύπη της μέσω της τέχνης της.

his melancholies often reflect in his poetry.

τα συναισθήματα του λύπης του εκφράζονται συχνά στην ποίησή του.

melancholies can sometimes inspire great creativity.

τα συναισθήματα της λύπης μπορεί να εμπνέουν μεγάλη δημιουργικότητα.

she found comfort in sharing her melancholies with friends.

βρήκε ανασφάλεια στο να μοιράζεται τη λύπη της με φίλους.

his melancholies were evident in his distant gaze.

τα συναισθήματα της λύπης του ήταν φανερά στην απομακρυσμένη του βλέπουσα.

they talked about their melancholies over coffee.

μιλούσαν για τα συναισθήματα της λύπης τους κατά την ποτισμό τους.

melancholies often accompany moments of reflection.

τα συναισθήματα της λύπης συχνά συνοδεύουν στιγμές αναστοχασμού.

he wrote a song about his melancholies and lost love.

γράφει μια τραγούδι για τα συναισθήματα της λύπης του και τη χαμένη του αγάπη.

her melancholies were a part of her charm.

τα συναισθήματα της λύπης της ήταν μια μέρος της έλξης της.

they often shared their melancholies during long walks.

συχνά μοιράζονταν τα συναισθήματα της λύπης τους κατά τις μακρές περπάτησης.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now