| Plural | mendicants |
a mendicant Buddhist monk
ένα παραγγελματικό μοναστικό μοναχός
the mendicant parson, whom I am so fond of squibbing.
ο ζητιάνος ιερέας, τον οποίο μου αρέσει τόσο πολύ να χλευάζω.
And near Kampyr-Tepe, we were invited to the site of a Buddhist lamasery, where the mendicant monks lived underground in a labyrinth, to protect them from the terrible heat and cold of the plain.
Και κοντά στο Kampyr-Tepe, μας προσκλήθηκε στο χώρο μιας Βουδιστικής λαμαρίας, όπου οι παρακαλούμενοι μοναχοί ζούσαν υπόγεια σε ένα λαβύριντο, για να τους προστατέψει από την απίθανη ζήτηση θερμότητας και ψυχρότητας της περιοχής.
mendicant way of life
παραγγελματικός τρόπος ζωής
mendicant vow of poverty
παραγγελματική υπόσχεση πενιμιάς
a mendicant Buddhist monk
ένα παραγγελματικό μοναστικό μοναχός
the mendicant parson, whom I am so fond of squibbing.
ο ζητιάνος ιερέας, τον οποίο μου αρέσει τόσο πολύ να χλευάζω.
And near Kampyr-Tepe, we were invited to the site of a Buddhist lamasery, where the mendicant monks lived underground in a labyrinth, to protect them from the terrible heat and cold of the plain.
Και κοντά στο Kampyr-Tepe, μας προσκλήθηκε στο χώρο μιας Βουδιστικής λαμαρίας, όπου οι παρακαλούμενοι μοναχοί ζούσαν υπόγεια σε ένα λαβύριντο, για να τους προστατέψει από την απίθανη ζήτηση θερμότητας και ψυχρότητας της περιοχής.
mendicant way of life
παραγγελματικός τρόπος ζωής
mendicant vow of poverty
παραγγελματική υπόσχεση πενιμιάς
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now