mercenary

[US]/'mɜːsɪn(ə)rɪ/
[UK]/'mɝsənɛri/
Frequency: Very High

Translation

adj. προσελκυμένος, κινητικός από τα χρήματα, κινητικός αποκλειστικά από ιδιωτικό κέρδος
adv. με τρόπο προσελκυμένος, με τρόπο αποκλειστικά κινητικός από κέρδος.
Word Forms

Phrases & Collocations

mercenary marriage

συμβατικός γάμος

Example Sentences

Mercenary men lust for wealth.

Οι μισθοφόροι ανδρες λαχταρούν τον πλούτο.

meanly avaricious and mercenary.

συντηρητικά πολύ πειραματικό και αποκλειστικό.

Virtue flies from the heart of a mercenary man.

Η αρετή φεύγει από την καρδιά ενός μισθοφόρου.

the mercenaries fought with a do-or-die fanaticism.

τα μερκούριοι πολεμούσαν με ένα αποφασιστικό φανατισμό.

she's nothing but a mercenary little gold-digger.

είναι τίποτα άλλο από ένα μερκούριο μικρό αντίστροφο χρυσοκόπος.

a mercenary recounting his exploits;

ένας ιδιώτης στρατιώτης που ανακαλύπτει τα επιτεύγματα του;

foreign mercenaries were hired to officer new regiments.

ξένοι μερκούριοι προσλήφθηκαν για να αρχικοποιήσουν νέα συντάγματα.

James is so mercenary that he’d turn in his own mother for the reward money.

Ο Τζέιμς είναι τόσο μερκενταριστής που θα παραδώσει ακόμα και την δική του μητέρα για το αμοιβή χρήματα.

The Elementalist is a new B-Class mercenary, and when upgraded becomes Pocahontas.

Ο Elementalist είναι ένας νέος μισθοφόρος Β-κατηγορίας και όταν αναβαθμιστεί γίνεται η Pocahontas.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now