metalworkings

[US]/ˈmɛtəlˌwɜːkɪŋz/
[UK]/ˈmɛtəlˌwɜrkɪŋz/

Translation

n. το τέχνη ή διαδικασία εργασίας με μέταλλο
adj. σχετικό με την κατασκευή μετάλλου

Phrases & Collocations

metalworkings tools

εργαλεία παραγωγής μετάλλων

metalworkings industry

βιομηχανία παραγωγής μετάλλων

metalworkings techniques

τεχνικές παραγωγής μετάλλων

metalworkings process

διαδικασία παραγωγής μετάλλων

metalworkings shop

εργαστήριο παραγωγής μετάλλων

metalworkings design

σχεδιασμός παραγωγής μετάλλων

metalworkings equipment

εξοπλισμός παραγωγής μετάλλων

metalworkings materials

υλικά παραγωγής μετάλλων

metalworkings projects

έργα παραγωγής μετάλλων

metalworkings standards

πρότυπα παραγωγής μετάλλων

Example Sentences

metalworkings require precision and skill.

Η μεταλλουργία απαιτεί ακρίβεια και δεξιότητα.

he specializes in various metalworkings.

Ειδικεύεται σε διάφορες μεταλλουργικές διαδικασίες.

metalworkings can create beautiful sculptures.

Η μεταλλουργία μπορεί να δημιουργήσει όμορφα σκάρπα.

she learned metalworkings from her father.

Την μάθησε τη μεταλλουργία από τον πατέρα της.

metalworkings are essential in modern manufacturing.

Η μεταλλουργία είναι απαραίτητη στη σύγχρονη παραγωγή.

he enjoys teaching metalworkings to students.

Αρέσει να διδάσκει μεταλλουργικές διαδικασίες σε φοιτητές.

many artists use metalworkings in their creations.

Πολλοί καλλιτέχνες χρησιμοποιούν μεταλλουργικές διαδικασίες στις δημιουργίες τους.

metalworkings can be both functional and artistic.

Η μεταλλουργία μπορεί να είναι και λειτουργική και τέχνη.

advancements in technology enhance metalworkings.

Οι προόδοι στην τεχνολογία βελτιώνουν τη μεταλλουργία.

he has a passion for metalworkings and craftsmanship.

Έχει πάθος για μεταλλουργικές διαδικασίες και επαγγελματισμό.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now