| Plural | misdemeanors |
misdemeanor charge
παραβιαστική καταγγελία
misdemeanor offense
παραβιαστική παράβαση
misdemeanor conviction
παραβιαστική κατακριτική
misdemeanor plea
παραβιαστική ένδικη διαμαρτυρία
misdemeanor trial
παραβιαστική δίκη
misdemeanor sentence
παραβιαστική ποινή
misdemeanor record
παραβιαστικό αρχείο
misdemeanor fine
παραβιαστικό πρόστιμο
misdemeanor arrest
παραβιαστική σύλληψη
misdemeanor lawyer
παραβιαστικός δικηγόρος
he was charged with a misdemeanor for shoplifting.
του επιβλήθηκε ποινή για ελαφρό αδικημα για κλοπή από κατάστημα.
her misdemeanor record prevented her from getting a job.
το αρχείο των ελαφρών αδικημάτων της την εμπόδισε να βρει δουλειά.
the judge sentenced him to community service for his misdemeanor.
ο δικηγόρος του καταδικάστηκε σε εργασία κοινωνικής χρήσης για το ελαφρό αδικημα του.
many people believe that a misdemeanor is less serious than a felony.
πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι ένα ελαφρό αδικηματικό πράγμα είναι λιγότερο σοβαρό από ένα σοβαρό αδικηματικό πράγμα.
she received a warning for her first misdemeanor offense.
της δόθηκε ειδοποίηση για την πρώτη της παραβίαση ελαφρού αδικήματος.
his misdemeanor involved vandalism at a local park.
το ελαφρό αδικημα του είχε να κάνει με καταστροφή σε τοπικό πάρκο.
after the misdemeanor, he decided to turn his life around.
μετά το ελαφρό αδικημα, αποφάσισε να αλλάξει τη ζωή του.
they offered a plea deal to reduce the misdemeanor charge.
προσφέρθηκε ένα συμβιβαστικό συμφωνητικό για να μειωθεί η κατηγορία του ελαφρού αδικήματος.
her attorney advised her to plead not guilty to the misdemeanor.
ο δικηγόρος της την συμβουλεύτηκε να αρνηθεί την ενοχή για το ελαφρό αδικημα.
some misdemeanors can lead to significant fines.
κάποια ελαφρά αδικήματα μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντικές προστίμων.
misdemeanor charge
παραβιαστική καταγγελία
misdemeanor offense
παραβιαστική παράβαση
misdemeanor conviction
παραβιαστική κατακριτική
misdemeanor plea
παραβιαστική ένδικη διαμαρτυρία
misdemeanor trial
παραβιαστική δίκη
misdemeanor sentence
παραβιαστική ποινή
misdemeanor record
παραβιαστικό αρχείο
misdemeanor fine
παραβιαστικό πρόστιμο
misdemeanor arrest
παραβιαστική σύλληψη
misdemeanor lawyer
παραβιαστικός δικηγόρος
he was charged with a misdemeanor for shoplifting.
του επιβλήθηκε ποινή για ελαφρό αδικημα για κλοπή από κατάστημα.
her misdemeanor record prevented her from getting a job.
το αρχείο των ελαφρών αδικημάτων της την εμπόδισε να βρει δουλειά.
the judge sentenced him to community service for his misdemeanor.
ο δικηγόρος του καταδικάστηκε σε εργασία κοινωνικής χρήσης για το ελαφρό αδικημα του.
many people believe that a misdemeanor is less serious than a felony.
πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι ένα ελαφρό αδικηματικό πράγμα είναι λιγότερο σοβαρό από ένα σοβαρό αδικηματικό πράγμα.
she received a warning for her first misdemeanor offense.
της δόθηκε ειδοποίηση για την πρώτη της παραβίαση ελαφρού αδικήματος.
his misdemeanor involved vandalism at a local park.
το ελαφρό αδικημα του είχε να κάνει με καταστροφή σε τοπικό πάρκο.
after the misdemeanor, he decided to turn his life around.
μετά το ελαφρό αδικημα, αποφάσισε να αλλάξει τη ζωή του.
they offered a plea deal to reduce the misdemeanor charge.
προσφέρθηκε ένα συμβιβαστικό συμφωνητικό για να μειωθεί η κατηγορία του ελαφρού αδικήματος.
her attorney advised her to plead not guilty to the misdemeanor.
ο δικηγόρος της την συμβουλεύτηκε να αρνηθεί την ενοχή για το ελαφρό αδικημα.
some misdemeanors can lead to significant fines.
κάποια ελαφρά αδικήματα μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντικές προστίμων.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now