misses

[US]/ˈmɪsɪz/
[UK]/ˈmɪsɪz/
Frequency: Very High

Translation

n. (χρησιμοποιείται πριν από ένα όνομα ή επώνυμο για να απευθυνθεί σε μια ανύπανη γυναίκα) τίτλος για ένα νεαρό κορίτσι ή γυναίκα
v. (τρίτο ενικό πρόσωπο του miss) να αποτύχει να παρατηρήσει ή να παρακολουθήσει

Phrases & Collocations

misses the bus

χάνει το λεωφορείο

misses the point

δεν καταλαβαίνει το νόημα

misses a chance

χάνει μια ευκαιρία

misses the mark

αποτυγχάνει

misses her friend

χάνει τον φίλο της

misses the game

χάνει το παιχνίδι

misses the call

χάνει την κλήση

misses the train

χάνει το τρένο

misses the deadline

χάνει την προθεσμία

misses the fun

χάνει τη διασκέδαση

Example Sentences

she misses her family when she travels.

Λείπει η οικογένειά της όταν ταξιδεύει.

he misses the old days of his childhood.

του λείπουν οι παλιές μέρες της παιδικής του ηλικίας.

they misses the bus every morning.

χάνουν το λεωφορείο κάθε πρωί.

she misses her friends after moving to a new city.

της λείπουν οι φίλοι της μετά τη μετακόπησή της σε μια νέα πόλη.

he misses the chance to apply for the job.

του λείπει η ευκαιρία να υποβάλει αίτηση για τη δουλειά.

she misses the excitement of the holidays.

της λείπει ο ενθουσιασμός των διακοπών.

he misses the feeling of freedom while traveling.

του λείπει η αίσθηση της ελευθερίας ενώ ταξιδεύει.

they misses the deadline for the project.

χάνουν την προθεσμία για το έργο.

she misses the opportunity to study abroad.

της λείπει η ευκαιρία να σπουδάσει στο εξωτερικό.

he misses the warmth of the sun in winter.

του λείπει η ζεστασιά του ήλιου τον χειμώνα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now