misspells

[US]/mɪsˈpɛlz/
[UK]/mɪsˈpɛlz/
Frequency: Very High

Translation

n. λανθασμένες διατυπώσεις (πληθυντικός του misspell)
v. τρίτος πρόσωπος ενικού του misspell

Phrases & Collocations

misspells words

παρατηρεί λανθασμένες λέξεις

misspells names

παρατηρεί λανθασμένα ονόματα

misspells frequently

παρατηρεί λανθασμένα συχνά

misspells easily

παρατηρεί λανθασμένα εύκολα

misspells often

παρατηρεί λανθασμένα συχνά

misspells regularly

παρατηρεί λανθασμένα κανονικά

misspells consistently

παρατηρεί λανθασμένα συνεχώς

misspells badly

παρατηρεί λανθασμένα κακώς

Example Sentences

he often misspells simple words.

συχνά γράφει λάθος απλά λέξεις.

she misspells her name on the form.

γράφει λάθος το όνομά της στη φόρμα.

teachers correct students who misspell frequently.

Οι δάσκαλοι διορθώνουν τους μαθητές που γράφουν συχνά λάθος.

he doesn't realize he misspells important terms.

δεν προσέχει ότι γράφει λάθος σημαντικούς όρους.

she tends to misspell words when she's tired.

τείνει να γράφει λάθος λέξεις όταν είναι κούραστη.

many people misspell common phrases.

πολλοί άνθρωποι γράφουν λάθος κοινές φράσεις.

he misspells frequently in his essays.

γράφει συχνά λάθος στις δικές του εσσάς.

it’s frustrating when he misspells names.

είναι απογοητευτικό όταν γράφει λάθος ονόματα.

she always double-checks to avoid misspells.

ελέγχει πάντα δύο φορές για να αποφύγει λάθος γραφής.

he often misspells technical jargon.

συχνά γράφει λάθος τεχνικές όρους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now