| Plural | monogamists |
monogamist lifestyle
μονογαμικός τρόπος ζωής
monogamist beliefs
μονογαμικές πεποιθήσεις
monogamist relationship
μονογαμική σχέση
monogamist culture
μονογαμική πολιτισμός
monogamist values
μονογαμικές αξίες
monogamist partner
μονογαμικός εταίρος
monogamist family
μονογαμική οικογένεια
monogamist choice
μονογαμική επιλογή
monogamist society
μονογαμική κοινωνία
monogamist identity
μονογαμική ταυτότητα
she identifies as a monogamist and values long-term relationships.
αυτή ταυτοποιείται ως μονογαμιστής και τιμά τις μακροχρόνιες σχέσεις.
many cultures promote the idea of being a monogamist.
πολλές πολιτισμοί υποστηρίζουν την ιδέα να είναι κανείς μονογαμιστής.
he believes that being a monogamist is essential for a stable family.
εκείνος πιστεύει ότι να είναι μονογαμιστής είναι απαραίτητο για μια σταθερή οικογένεια.
as a monogamist, she prefers to invest in one relationship at a time.
ως μονογαμιστής, αυτή προτιμά να επενδύει σε μια σχέση κάθε φορά.
the monogamist lifestyle can sometimes be challenging in modern society.
το μονογαμιστικό στυλ ζωής μπορεί να είναι κάποιες φορές δύσκολο στη σύγχρονη κοινωνία.
his friends often tease him for being a committed monogamist.
οι φίλοι του τον παίζουν συχνά για να είναι ένας προσεκτικός μονογαμιστής.
monogamist relationships require trust and communication.
τα μονογαμιστικά σχέσεις απαιτούν εμπιστοσύνη και επικοινωνία.
she feels fulfilled in her role as a monogamist partner.
αυτή νιώθει ικανοποιημένη στο ρόλο της ως σύντροφος μονογαμιστής.
in a monogamist arrangement, both partners agree to exclusivity.
σε μια μονογαμιστική συμφωνία, και οι δύο σύντροφοι συμφωνούν στην αποκλειστικότητα.
he was raised in a monogamist household and values commitment.
εκείνος ανατροφοδότησε σε μια μονογαμιστική οικογένεια και τιμά την προσήλωση.
monogamist lifestyle
μονογαμικός τρόπος ζωής
monogamist beliefs
μονογαμικές πεποιθήσεις
monogamist relationship
μονογαμική σχέση
monogamist culture
μονογαμική πολιτισμός
monogamist values
μονογαμικές αξίες
monogamist partner
μονογαμικός εταίρος
monogamist family
μονογαμική οικογένεια
monogamist choice
μονογαμική επιλογή
monogamist society
μονογαμική κοινωνία
monogamist identity
μονογαμική ταυτότητα
she identifies as a monogamist and values long-term relationships.
αυτή ταυτοποιείται ως μονογαμιστής και τιμά τις μακροχρόνιες σχέσεις.
many cultures promote the idea of being a monogamist.
πολλές πολιτισμοί υποστηρίζουν την ιδέα να είναι κανείς μονογαμιστής.
he believes that being a monogamist is essential for a stable family.
εκείνος πιστεύει ότι να είναι μονογαμιστής είναι απαραίτητο για μια σταθερή οικογένεια.
as a monogamist, she prefers to invest in one relationship at a time.
ως μονογαμιστής, αυτή προτιμά να επενδύει σε μια σχέση κάθε φορά.
the monogamist lifestyle can sometimes be challenging in modern society.
το μονογαμιστικό στυλ ζωής μπορεί να είναι κάποιες φορές δύσκολο στη σύγχρονη κοινωνία.
his friends often tease him for being a committed monogamist.
οι φίλοι του τον παίζουν συχνά για να είναι ένας προσεκτικός μονογαμιστής.
monogamist relationships require trust and communication.
τα μονογαμιστικά σχέσεις απαιτούν εμπιστοσύνη και επικοινωνία.
she feels fulfilled in her role as a monogamist partner.
αυτή νιώθει ικανοποιημένη στο ρόλο της ως σύντροφος μονογαμιστής.
in a monogamist arrangement, both partners agree to exclusivity.
σε μια μονογαμιστική συμφωνία, και οι δύο σύντροφοι συμφωνούν στην αποκλειστικότητα.
he was raised in a monogamist household and values commitment.
εκείνος ανατροφοδότησε σε μια μονογαμιστική οικογένεια και τιμά την προσήλωση.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now