monotoning voice
μονότονη φωνή
monotoning tasks
μονότονες εργασίες
monotoning music
μονότονη μουσική
monotoning speech
μονότονη ομιλία
monotoning routine
μονότονη διαδικασία
monotoning work
μονότονη εργασία
monotoning sound
μονότονο ήχος
monotoning style
μονότονο στυλ
monotoning environment
μονότονο περιβάλλον
monotoning presentation
μονότονη παρουσίαση
his monotoning voice made the lecture feel longer.
η μονοτονή φωνή του έκανε την ομιλία να φαίνεται πιο μακρά.
monotoning speeches can lead to a loss of audience interest.
οι μονοτονές ομιλίες μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια ενδιαφέροντος από το κοινό.
she tried to avoid monotoning her presentation.
προσπάθησε να αποφύγει τη μονοτονία στην παρουσίασή της.
monotoning tasks can reduce productivity.
τα μονοτονικά καθήκοντα μπορεί να μειώσουν την παραγωγικότητα.
he found monotoning music to be relaxing.
βρήκε τη μονοτονική μουσική χαλαρωτική.
monotoning patterns can be visually unappealing.
τα μονοτονικά μοτίβα μπορεί να είναι ανεπιθυμητά από την οπτική γωνία.
she was criticized for monotoning her performance.
την κρίθηκε για τη μονοτονία στην ερμηνεία της.
monotoning conversations can lead to misunderstandings.
οι μονοτονικές συνομιλίες μπορεί να οδηγήσουν σε παρεξήγηση.
he realized that monotoning his writing style was a mistake.
είδε ότι η μονοτονία στο γραπτό του ήταν ένος λάθος.
monotoning colors in design can create a dull effect.
τα μονοτονικά χρώματα στο σχεδιασμό μπορεί να δημιουργήσουν μια αδιαφορική εντύπωση.
monotoning voice
μονότονη φωνή
monotoning tasks
μονότονες εργασίες
monotoning music
μονότονη μουσική
monotoning speech
μονότονη ομιλία
monotoning routine
μονότονη διαδικασία
monotoning work
μονότονη εργασία
monotoning sound
μονότονο ήχος
monotoning style
μονότονο στυλ
monotoning environment
μονότονο περιβάλλον
monotoning presentation
μονότονη παρουσίαση
his monotoning voice made the lecture feel longer.
η μονοτονή φωνή του έκανε την ομιλία να φαίνεται πιο μακρά.
monotoning speeches can lead to a loss of audience interest.
οι μονοτονές ομιλίες μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια ενδιαφέροντος από το κοινό.
she tried to avoid monotoning her presentation.
προσπάθησε να αποφύγει τη μονοτονία στην παρουσίασή της.
monotoning tasks can reduce productivity.
τα μονοτονικά καθήκοντα μπορεί να μειώσουν την παραγωγικότητα.
he found monotoning music to be relaxing.
βρήκε τη μονοτονική μουσική χαλαρωτική.
monotoning patterns can be visually unappealing.
τα μονοτονικά μοτίβα μπορεί να είναι ανεπιθυμητά από την οπτική γωνία.
she was criticized for monotoning her performance.
την κρίθηκε για τη μονοτονία στην ερμηνεία της.
monotoning conversations can lead to misunderstandings.
οι μονοτονικές συνομιλίες μπορεί να οδηγήσουν σε παρεξήγηση.
he realized that monotoning his writing style was a mistake.
είδε ότι η μονοτονία στο γραπτό του ήταν ένος λάθος.
monotoning colors in design can create a dull effect.
τα μονοτονικά χρώματα στο σχεδιασμό μπορεί να δημιουργήσουν μια αδιαφορική εντύπωση.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now