moralist

[US]/'mɒr(ə)lɪst/
[UK]/'mɔrəlɪst/
Frequency: Very High

Translation

n. ο που επιμένει ισχυρά στα αξιοπρεπή αρχές και πρότυπα δεοντολογίας, συχνά εστιάζοντας στην αξιοπρέπεια και τους κανόνες συμπεριφοράς
Word Forms
Pluralmoralists

Example Sentences

She is often seen as a moralist due to her strict views on ethics.

Συχνά τη βλέπουν ως μοραλιστή λόγω των αυστηρών της απόψεων για την αξιοπρέπεια.

The moralist condemned the corrupt practices of the government.

Ο μοραλιστής καταδικάσε αυτές τις απολύτως κακές πρακτικές της κυβέρνησης.

As a moralist, he believes in upholding traditional values.

Ως μοραλιστής, πιστεύει στην υπεράσπιση των παραδοσιακών αξιών.

The novel was criticized by some as being too moralistic.

Η ταινία κριτικής από κάποιους ως πολύ μοραλιστική.

The moralist argued that honesty is always the best policy.

Ο μοραλιστής υποστήριξε ότι η ειλικρίνεια είναι πάντα η καλύτερη πολιτική.

He is often accused of being a moralist because of his strong opinions on right and wrong.

Συχνά τον κατηγορούν ως μοραλιστή λόγω των ισχυρών του απόψεων για το σωστό και το λάθος.

The play's moralist message resonated with the audience.

Η μοραλιστική μήνυξη της παράστασης έχει αντήχηση με το κοινό.

The moralist urged people to act with compassion and kindness towards others.

Ο μοραλιστής έκανε έκκληση στους ανθρώπους να δραστηριοποιούνται με συμπάθεια και φιλικότητα προς άλλους.

Despite being labeled a moralist, she believes in individual freedom.

Παρά το να είναι ετικεταρισμένη ως μοραλιστής, πιστεύει στην επιλεγμένη ελευθερία.

The moralist's writings often explore themes of justice and integrity.

Οι γραπτές του του μοραλιστή συχνά εξερευνούν θέματα δικαιοσύνης και ευθύνης.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now