motorcycling

[US]/ˈməʊtəsaɪklɪŋ/
[UK]/ˈmoʊtərˌsaɪklɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

n. το αθλημα ή η δραστηριότητα του οδήγησης μοτοσυκλέτας
Word Forms

Phrases & Collocations

motorcycling adventure

ποδήλατο απόδραση

motorcycling safety

ποδήλατο ασφάλεια

motorcycling gear

ποδήλατο εξοπλισμός

motorcycling community

ποδήλατο κοινότητα

motorcycling trip

ποδήλατο ταξίδι

motorcycling skills

ποδήλατο δεξιότητες

motorcycling tour

ποδήλατο τουρ

motorcycling enthusiast

ποδήλατο ερασιτέχνης

motorcycling experience

ποδήλατο εμπειρία

motorcycling event

ποδήλατο γεγονός

Example Sentences

i enjoy motorcycling on weekends.

Αγαπάω το μοτοσικλετισμό το Σαββατοκύριακο.

motorcycling can be a thrilling adventure.

Ο μοτοσικλετισμός μπορεί να είναι μια απολαυστική περιπέτεια.

he took up motorcycling to relieve stress.

Έκανε μοτοσικλετισμό για να αποσυμπιέσει το στρες.

motorcycling requires good balance and focus.

Ο μοτοσικλετισμός απαιτεί καλή ισορροπία και συγκέντρωση.

she loves the freedom of motorcycling.

Αγαπά την ελευθερία του μοτοσικλετισμού.

motorcycling can be dangerous without proper gear.

Ο μοτοσικλετισμός μπορεί να είναι επικίνδυνος χωρίς την κατάλληλη εξοπλισμό.

he joined a motorcycling club for socializing.

Συμμετείχε σε ένα συλλόγο μοτοσικλετισμού για κοινωνική αλληλεπίδραση.

motorcycling along the coast is breathtaking.

Ο μοτοσικλετισμός κατά μήκος της ακτής είναι υπέροχος.

she plans to travel across the country by motorcycling.

Σχεδιάζει να ταξιδέψει περνώντας από όλη τη χώρα με μοτοσικλετισμό.

motorcycling is a popular hobby among young adults.

Ο μοτοσικλετισμός είναι ένα δημοφιλές ερασιτερισμός μεταξύ των νέων ενηλίκων.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now