mourned

[US]/mɔːnd/
[UK]/mɔrnd/
Frequency: Very High

Translation

v. παραταγμένη μορφή του mourn; να αισθάνεται ή να εκφράζει λύπη για το θάνατο κάποιου; να δείχνει λύπη ή οδύνη

Phrases & Collocations

mourned deeply

πληγώθηκε βαθιά

mourned together

πληγώθηκαν μαζί

mourned silently

πληγώθηκε σιωπηλά

mourned publicly

πληγώθηκε δημοσίως

mourned his loss

πληγώθηκε από την απώλεια του

mourned her passing

πληγώθηκε από την εξαφάνισή της

mourned the dead

πληγώθηκε για τους νεκρούς

mourned in silence

πληγώθηκε σιωπηλά

mourned with tears

πληγώθηκε με κλάματα

mourned for years

πληγώθηκε για χρόνια

Example Sentences

they mourned the loss of their beloved pet.

παρακαλούσαν την απώλεια του αγαπημένου τους προσυπαρχού.

the community mourned the passing of their leader.

η κοινότητα παρακαλούσαν την αποχώρηση του αρχηγού τους.

she mourned the end of their relationship.

εκείνη παρακαλούσαν το τέλος της σχέσης τους.

he mourned the loss of his childhood home.

εκείνος παρακαλούσαν την απώλεια του παιδικού του σπιτιού.

they mourned together at the memorial service.

παρακαλούσαν μαζί στην πολιτική υπηρεσία.

the nation mourned the tragedy that struck.

η χώρα παρακαλούσαν την τραγωδία που έπεσε.

friends mourned the sudden death of their companion.

οι φίλοι παρακαλούσαν το απρόσμενο θάνατο του συντρόφου τους.

she mourned the loss of her dreams.

εκείνη παρακαλούσαν την απώλεια των όνειρών της.

they mourned in silence, reflecting on their memories.

παρακαλούσαν σιωπηλά, ανακαλύπτοντας τις αναμνήσεις τους.

the family mourned their loved one with heavy hearts.

η οικογένεια παρακαλούσαν τον αγαπημένο τους με βαριές καρδιές.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now