mouthing off
μπαμτίνγκ αφ
mouthing words
μπαμτίνγκ λέξεις
mouthing silence
μουτζουρίζοντας σιωπή
mouthing joy
μουτζουρίζοντας χαρά
mouthing hate
μουτζουρίζοντας μίσος
mouthing love
μουτζουρίζοντας αγάπη
mouthing promises
μουτζουρίζοντας υποσχέσεις
mouthing threats
μουτζουρίζοντας απειλές
mouthing excuses
μουτζουρίζοντας ευθιγμούς
mouthing agreement
μουτζουρίζοντας συμφωνία
she was mouthing the words to the song.
είχε μουτθάρει τις λέξεις του τραγουδιού.
he was caught mouthing off to the teacher.
τον πιάσανε να μουτθάρει στη δασκάλα.
the child was mouthing his favorite cartoon character.
το παιδί μουτθάρει το αγαπημένο του χαρακτήρα από το κόμικς.
during the speech, she was mouthing her support for the cause.
κατά τη διάρκεια της ομιλίας, μουτθάρει την υποστήριξή της για την αιτία.
he was mouthing a silent prayer before the exam.
πριν από το εξεταστικό, μουτθάρει ένα απόκρυφο προσευχή.
she caught him mouthing insults from across the room.
την έπιασε να τον βλέπει να μουτθάρει βλασφημίες από την άλλη άκρη του δωματίου.
they were mouthing the lyrics together at the concert.
μουτθάρουν μαζί τις στιχεριές στο συναυλιακό.
he was mouthing the words of encouragement to his friend.
μουτθάρει τις λέξεις υποστήριξης στο φίλο του.
she noticed him mouthing her name in the crowd.
της προσέχτηκε να μουτθάρει το όνομά της στο πλήθος.
they were mouthing their goodbyes as the train departed.
μουτθάρουν τις αντιομιλίες τους ενώ το τρένο ξεκινούσε.
mouthing off
μπαμτίνγκ αφ
mouthing words
μπαμτίνγκ λέξεις
mouthing silence
μουτζουρίζοντας σιωπή
mouthing joy
μουτζουρίζοντας χαρά
mouthing hate
μουτζουρίζοντας μίσος
mouthing love
μουτζουρίζοντας αγάπη
mouthing promises
μουτζουρίζοντας υποσχέσεις
mouthing threats
μουτζουρίζοντας απειλές
mouthing excuses
μουτζουρίζοντας ευθιγμούς
mouthing agreement
μουτζουρίζοντας συμφωνία
she was mouthing the words to the song.
είχε μουτθάρει τις λέξεις του τραγουδιού.
he was caught mouthing off to the teacher.
τον πιάσανε να μουτθάρει στη δασκάλα.
the child was mouthing his favorite cartoon character.
το παιδί μουτθάρει το αγαπημένο του χαρακτήρα από το κόμικς.
during the speech, she was mouthing her support for the cause.
κατά τη διάρκεια της ομιλίας, μουτθάρει την υποστήριξή της για την αιτία.
he was mouthing a silent prayer before the exam.
πριν από το εξεταστικό, μουτθάρει ένα απόκρυφο προσευχή.
she caught him mouthing insults from across the room.
την έπιασε να τον βλέπει να μουτθάρει βλασφημίες από την άλλη άκρη του δωματίου.
they were mouthing the lyrics together at the concert.
μουτθάρουν μαζί τις στιχεριές στο συναυλιακό.
he was mouthing the words of encouragement to his friend.
μουτθάρει τις λέξεις υποστήριξης στο φίλο του.
she noticed him mouthing her name in the crowd.
της προσέχτηκε να μουτθάρει το όνομά της στο πλήθος.
they were mouthing their goodbyes as the train departed.
μουτθάρουν τις αντιομιλίες τους ενώ το τρένο ξεκινούσε.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now