mum

[ΗΠΑ]/mʌm/
[ΗΒ]/mʌm/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. μητέρα (ανεπίσημο); (ανεπίσημο) χρυσάνθεμο; (ανεπίσημο) μπύρα
adj. σιωπηλός
v. να παίζει κανένας ρόλο σιωπής
Word Forms
Pluralmums

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

hi mum

γεια σου μαμά

love you mum

σ' αγαπώ μαμά

call mum

πρόσεξε μαμά

goodbye mum

αντίο μαμά

thanks mum

ευχαριστώ μαμά

miss you mum

μου λείπεις μαμά

help mum

βοήθησε μαμά

ask mum

ρώτησε μαμά

see mum

δες μαμά

tell mum

πες στη μαμά

Παραδείγματα Προτάσεων

i called mum to ask for advice.

Τηλεφώνησα στη μαμά για να ζητήσω συμβουλές.

mum always makes the best cookies.

Η μαμά φτιάχνει πάντα τα καλύτερα μπισκότα.

mum helped me with my homework.

Η μαμά με βοήθησε με τα εργασίες μου.

i love spending time with mum on weekends.

Μου αρέσει να περνάω χρόνο με τη μαμά τα Σαββατοκύριακα.

mum taught me how to cook.

Η μαμά με δίδαξε πώς να μαγειρεύω.

mum always knows how to cheer me up.

Η μαμά πάντα ξέρει πώς να με κάνει να αισθάνομαι καλύτερα.

i bought a gift for mum's birthday.

Αγόρασα ένα δώρο για τα γενέθλια της μαμάς.

mum is my biggest supporter.

Η μαμά είναι ο μεγαλύτερος υποστηρικτής μου.

i asked mum for permission to go out.

Ζήτησα άδεια από τη μαμά να βγω.

mum always tells the best stories.

Η μαμά λέει πάντα τις καλύτερες ιστορίες.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα