non-medical assistance
μη ιατρική βοήθεια
non-medical reasons
μη ιατρικοί λόγοι
non-medical professional
μη ιατρικό επαγγελματίας
non-medical support
μη ιατρική υποστήριξη
non-medical intervention
μη ιατρική παρέμβαση
providing non-medical care
παροχή μη ιατρικής περίθαλψης
non-medical background
μη ιατρικό περιβάλλον
non-medical training
μη ιατρική εκπαίδευση
non-medical volunteer
μη ιατρικός εθελοντής
purely non-medical
πλήρως μη ιατρικό
we enjoyed a lovely non-medical spa day with massages and facials.
Απόλαυσαμε μια όμορφη μη ιατρική ημέρα σπα με μασάζ και προσωπικά προϊόντα.
the company offers non-medical home care services for seniors.
Η εταιρεία παρέχει υπηρεσίες μη ιατρικής περιποίησης στο σπίτι για ηλικιωμένους.
this is a non-medical alert system for personal safety.
Αυτό είναι ένα σύστημα ειδοποίησης μη ιατρικής φύσης για την προσωπική ασφάλεια.
the study focused on non-medical factors influencing patient satisfaction.
Η μελέτη εστιάστηκε σε παράγοντες μη ιατρικής φύσης που επηρεάζουν την ικανοποίηση των ασθενών.
he sought non-medical advice for his sleep problems.
Αναζήτησε μη ιατρική συμβουλή για τα προβλήματα ύπνου του.
the program provides non-medical support to families with young children.
Το πρόγραμμα παρέχει μη ιατρική υποστήριξη σε οικογένειες με νεαρά παιδιά.
she participated in a non-medical wellness workshop.
Συμμετείχε σε ένα εργαστήριο υγείας μη ιατρικής φύσης.
the volunteer offered non-medical companionship to the residents.
Ο εθελοντής προσέφερε μη ιατρική συνοδεία στους κατοικούντες.
the training emphasized non-medical interventions for behavioral issues.
Η εκπαίδευση επικεντρώθηκε σε μη ιατρικές παρεμβάσεις για ζητήματα συμπεριφοράς.
we are providing non-medical transportation to appointments.
Παρέχουμε μη ιατρική μεταφορά για ραντεβού.
the research explored non-medical causes of stress in the workplace.
Η έρευνα εξετάστηκαν μη ιατρικές αιτίες του στρες στο εργασιακό περιβάλλον.
non-medical assistance
μη ιατρική βοήθεια
non-medical reasons
μη ιατρικοί λόγοι
non-medical professional
μη ιατρικό επαγγελματίας
non-medical support
μη ιατρική υποστήριξη
non-medical intervention
μη ιατρική παρέμβαση
providing non-medical care
παροχή μη ιατρικής περίθαλψης
non-medical background
μη ιατρικό περιβάλλον
non-medical training
μη ιατρική εκπαίδευση
non-medical volunteer
μη ιατρικός εθελοντής
purely non-medical
πλήρως μη ιατρικό
we enjoyed a lovely non-medical spa day with massages and facials.
Απόλαυσαμε μια όμορφη μη ιατρική ημέρα σπα με μασάζ και προσωπικά προϊόντα.
the company offers non-medical home care services for seniors.
Η εταιρεία παρέχει υπηρεσίες μη ιατρικής περιποίησης στο σπίτι για ηλικιωμένους.
this is a non-medical alert system for personal safety.
Αυτό είναι ένα σύστημα ειδοποίησης μη ιατρικής φύσης για την προσωπική ασφάλεια.
the study focused on non-medical factors influencing patient satisfaction.
Η μελέτη εστιάστηκε σε παράγοντες μη ιατρικής φύσης που επηρεάζουν την ικανοποίηση των ασθενών.
he sought non-medical advice for his sleep problems.
Αναζήτησε μη ιατρική συμβουλή για τα προβλήματα ύπνου του.
the program provides non-medical support to families with young children.
Το πρόγραμμα παρέχει μη ιατρική υποστήριξη σε οικογένειες με νεαρά παιδιά.
she participated in a non-medical wellness workshop.
Συμμετείχε σε ένα εργαστήριο υγείας μη ιατρικής φύσης.
the volunteer offered non-medical companionship to the residents.
Ο εθελοντής προσέφερε μη ιατρική συνοδεία στους κατοικούντες.
the training emphasized non-medical interventions for behavioral issues.
Η εκπαίδευση επικεντρώθηκε σε μη ιατρικές παρεμβάσεις για ζητήματα συμπεριφοράς.
we are providing non-medical transportation to appointments.
Παρέχουμε μη ιατρική μεταφορά για ραντεβού.
the research explored non-medical causes of stress in the workplace.
Η έρευνα εξετάστηκαν μη ιατρικές αιτίες του στρες στο εργασιακό περιβάλλον.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now