nonsexist

[US]/nɒnˈsɛksɪst/
[UK]/nɑnˈsɛksɪst/

Translation

adj. όχι διακριτικό βάσει του φύλου

Phrases & Collocations

nonsexist language

μη εξειδικευμένη γλώσσα

nonsexist policy

μη εξειδικευμένη πολιτική

nonsexist approach

μη εξειδικευμένη προσέγγιση

nonsexist practices

μη εξειδικευμένες πρακτικές

nonsexist education

μη εξειδικευμένη εκπαίδευση

nonsexist attitudes

μη εξειδικευμένες αντιλήψεις

nonsexist terms

μη εξειδικευμένοι όροι

nonsexist imagery

μη εξειδικευμένες εικόνες

nonsexist representation

μη εξειδικευμένη αναπαράσταση

nonsexist discourse

μη εξειδικευμένος διάλογος

Example Sentences

we need to create a nonsexist workplace.

χρειαζόμαστε να δημιουργήσουμε ένα μη εξευτελιστικό περιβάλλον εργασίας.

the nonsexist curriculum promotes equality.

το μη εξευτελιστικό πρόγραμμα σπουδών προωθεί την ισότητα.

her nonsexist approach to teaching is refreshing.

η μη εξευτελιστική προσέγγισή της στη διδασκαλία είναι ανανεωτική.

we should use nonsexist language in our reports.

πρέπει να χρησιμοποιούμε μη εξευτελιστική γλώσσα στα αναφορικά μας έγγραφα.

nonsexist policies are essential for social justice.

τα μη εξευτελιστικά μέτρα είναι απαραίτητα για την κοινωνική δικαιοσύνη.

they advocate for a nonsexist society.

προωθούν μια μη εξευτελιστική κοινωνία.

nonsexist advertising can change perceptions.

τα μη εξευτελιστικά διαφημιστικά μπορούν να αλλάξουν τις αντιλήψεις.

implementing nonsexist practices benefits everyone.

η εφαρμογή μη εξευτελιστικών πρακτικών ωφελεί όλους.

the organization promotes nonsexist behavior among its members.

η οργάνωση προωθεί μη εξευτελιστική συμπεριφορά μεταξύ των μελών της.

she wrote a book on nonsexist communication.

έγραψε ένα βιβλίο για τη μη εξευτελιστική επικοινωνία.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now