noticeably

[ΗΠΑ]/'nəutisəbli/
[ΗΒ]/ˈnotɪsəblɪ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adv. με έναν τρόπο που είναι εύκολα ορατός ή παρατηρήσιμος· με σαφήνεια.

Παραδείγματα Προτάσεων

The temperature dropped noticeably after the sun went down.

Η θερμοκρασία έπεσε αισθητά μετά τη δύση του ηλίου.

She was noticeably upset by the news.

Ήταν αισθητά αναστατωμένη από τα νέα.

The quality of the product has improved noticeably.

Η ποιότητα του προϊόντος έχει βελτιωθεί αισθητά.

His health has deteriorated noticeably in the past few weeks.

Η υγεία του έχει επιδεινωθεί αισθητά τις τελευταίες εβδομάδες.

The music volume increased noticeably during the concert.

Η ένταση της μουσικής αυξήθηκε αισθητά κατά τη διάρκεια της συναυλίας.

Her confidence grew noticeably as she practiced public speaking.

Η αυτοπεποίθησή της μεγάλωσε αισθητά καθώς εξασκούταν στην δημόσια ομιλία.

The traffic congestion was noticeably worse during rush hour.

Η κυκλοφοριακή συμφόρηση ήταν αισθητά χειρότερη κατά τις ώρες αιχμής.

The children's behavior improved noticeably after the new rules were implemented.

Η συμπεριφορά των παιδιών βελτιώθηκε αισθητά μετά την εφαρμογή των νέων κανόνων.

The difference in taste was noticeably different between the two brands.

Η διαφορά στη γεύση ήταν αισθητά διαφορετική μεταξύ των δύο μαρκών.

Her mood brightened noticeably when she received good news.

Η διάθεσή της βελτιώθηκε αισθητά όταν έλαβε καλά νέα.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα