obeying

[ΗΠΑ]/əʊˈbeɪɪŋ/
[ΗΒ]/oʊˈbeɪɪŋ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. το παρόν μετοχικό του υπακούω

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

obeying the law

ακολουθώντας τον νόμο

obeying orders

ακολουθώντας τις εντολές

obeying rules

ακολουθώντας τους κανόνες

obeying commands

ακολουθώντας τις διαταγές

obeying authority

ακολουθώντας την εξουσία

obeying instructions

ακολουθώντας τις οδηγίες

obeying traffic

ακολουθώντας την κίνηση

obeying parents

ακολουθώντας τους γονείς

obeying laws

ακολουθώντας τους νόμους

obeying guidelines

ακολουθώντας τις οδηγίες

Παραδείγματα Προτάσεων

obeying the rules is essential for safety.

Η τήρηση των κανόνων είναι απαραίτητη για την ασφάλεια.

he was praised for obeying his parents.

Επαινέθηκε για το ότι υπάκουσε στους γονείς του.

obeying the law is a civic duty.

Η τήρηση του νόμου είναι καθήκον πολιτικής ευθύνης.

she believes in obeying her conscience.

Πιστεύει στην υπακοή στην συνείδησή της.

obeying instructions carefully leads to success.

Η προσεκτική υπακοή στις οδηγίες οδηγεί στην επιτυχία.

obeying traffic signals is important for drivers.

Η υπακοή στα σήματα κυκκλοφορίας είναι σημαντική για τους οδηγούς.

they are committed to obeying environmental regulations.

Είναι αφοσιωμένοι στην τήρηση των περιβαλλοντικών κανονισμών.

obeying the teacher's guidelines helps students learn.

Η υπακοή στις οδηγίες του δασκάλου βοηθά τους μαθητές να μάθουν.

obeying the curfew is mandatory for all students.

Η τήρηση του ωρίου κυκλοφορίας είναι υποχρεωτική για όλους τους μαθητές.

he learned the importance of obeying his instincts.

Έμαθε τη σημασία της υπακοής στα ένστικτά του.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα