obliges

[US]/əˈblaɪdʒɪz/
[UK]/əˈblaɪdʒɪz/
Frequency: Very High

Translation

v. υποχρεώνει να κάνει κάτι; κάνει κάποιον να αισθάνεται υποχρεωμένο; ικανοποιεί μια αίτηση; χορηγεί ένα χαρισματικό προνόμιο

Phrases & Collocations

obliges us

μας υποχρεώνει

obliges me

με υποχρεώνει

obliges them

τους υποχρεώνει

obliges you

σε υποχρεώνει

obliges him

τον υποχρεώνει

obliges her

την υποχρεώνει

obliges us all

μας όλους υποχρεώνει

obliges the team

υποχρεώνει την ομάδα

obliges society

υποχρεώνει την κοινωνία

obliges the government

υποχρεώνει την κυβέρνηση

Example Sentences

the law obliges companies to provide safe working conditions.

Ο νόμος υποχρεώνει τις εταιρείες να παρέχουν ασφαλείς συνθήκες εργασίας.

she feels that her job obliges her to work overtime.

Αισθάνεται ότι το θέμα της της υποχρεώνει να εργάζεται υπερωρίες.

this contract obliges the parties to maintain confidentiality.

Αυτός ο συμβόλαιος υποχρεώνει τις παρτίδες να διατηρούν επικοινωνία.

the situation obliges us to reconsider our plans.

Η κατάσταση μας υποχρεώνει να επανεξετάσουμε τα σχέδιά μας.

his position obliges him to make tough decisions.

Η θέση του τον υποχρεώνει να παραγγέλλει δύσκολες αποφάσεις.

the school obliges students to wear uniforms.

Η σχολή υποχρεώνει τους μαθητές να φορούν ενδυματολογία.

her kindness obliges me to help her in return.

Η φιλοτιμία της με υποχρεώνει να τη βοηθήσω σε αντάμοιχο.

the rules obliges participants to follow the guidelines.

Οι κανόνες υποχρεώνουν τους συμμετέχοντες να ακολουθούν τις οδηγίες.

the contract obliges the seller to deliver on time.

Το συμβόλαιο υποχρεώνει τον πωλητή να παραδώσει στο χρονικό πλαίσιο.

being a parent obliges you to prioritize your child's needs.

Να είσαι γονιός υποχρεώνει να προτεριμός τις ανάγκες του παιδιού σας.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now