obscurity

[ΗΠΑ]/əbˈskjʊərəti/
[ΗΒ]/əbˈskjʊrəti/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. κάτι που είναι ασαφές, αινιγματικό, αμφίβολο ή όχι καλά γνωστό.
Word Forms

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

in obscurity

στην αφάνεια

shrouded in obscurity

τυλιγμένο στο σκοτάδι

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα