occupies

[US]/ˈɒkjʊpaɪz/
[UK]/ˈɑːkjəˌpaɪz/
Frequency: Very High

Translation

v. να καταλαμβάνει χώρο ή θέση; να χρησιμοποιεί ή να ασχολείται; να κρατά μια θέση ή αξίωμα

Phrases & Collocations

occupies space

καταλαμβάνει χώρο

occupies time

καταλαμβάνει χρόνο

occupies position

καταλαμβάνει θέση

occupies role

καταλαμβάνει ρόλο

occupies territory

καταλαμβάνει έδαφος

occupies attention

καταλαμβάνει προσοχή

occupies mind

καταλαμβάνει το μυαλό

occupies ground

καταλαμβάνει έδαφος

occupies center

καταλαμβάνει το κέντρο

occupies seat

καταλαμβάνει θέση

Example Sentences

he occupies the corner office in the building.

εκατέρωθεν καταλαμβάνει το γωνιακό γραφείο στο κτίριο.

this role occupies a significant position in the company.

αυτός ο ρόλος καταλαμβάνει σημαντική θέση στην εταιρεία.

the book occupies a special place in my heart.

το βιβλίο καταλαμβάνει ιδιαίτερη θέση στο καρδιά μου.

she occupies her time by painting and reading.

εκείνη καταλαμβάνει το χρόνο της με ζωγραφική και ανάγνωση.

the city occupies a large area of land.

η πόλη καταλαμβάνει μεγάλη περιοχή γης.

he occupies his mind with thoughts of the future.

εκείνος καταλαμβάνει το μυαλό του με σκέψεις για το μέλλον.

the issue occupies the headlines of today's news.

το θέμα καταλαμβάνει τα επικεφαλίδες των ειδήσεων σήμερα.

she occupies a vital role in the project team.

εκείνη καταλαμβάνει ζωτικό ρόλο στην ομάδα του έργου.

the museum occupies a historic building downtown.

το μουσείο καταλαμβάνει ένα ιστορικό κτίριο στο κέντρο της πόλης.

his thoughts often occupy him during the meeting.

τα σκέψεις του συχνά τον καταλαμβάνουν κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now