on-call

[US]/[ɒn ˈkɒl]/
[UK]/[ɒn ˈkɔːl]/
Frequency: Very High

Translation

adj. Διαθέσιμος για επικοινωνία ή κλήση βοήθειας, ιδιαίτερα κατά τις συγκεκριμένες ώρες ή για έκτακτες ανάγκες.
n. Πρόγραμμα ή διάταξη στο οποίο κάποιος απαιτείται να είναι διαθέσιμος για να απαντήσει σε κλήσεις ή έκτακτες ανάγκες.
v. Να είναι διαθέσιμος για να απαντήσει σε κλήσεις ή έκτακτες ανάγκες.

Phrases & Collocations

on-call hours

ώρες επιτόπου

be on-call

να είσαι επί τόπου

on-call duty

υπηρεσία επιτόπου

on-call staff

προσωπικό επιτόπου

on-call doctor

γιατρός επιτόπου

being on-call

να είσαι επί τόπου

on-call rotation

περιστροφή επιτόπου

always on-call

πάντα επί τόπου

on-call availability

διαθεσιμότητα επιτόπου

on-call system

σύστημα επιτόπου

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now