onsets

[ΗΠΑ]/ˈɒnset/
[ΗΒ]/ˈɑːnset/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. η έναρξη μιας επίθεσης ή επίθεσης.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

onset time

χρόνος έναρξης

Παραδείγματα Προτάσεων

The onset of winter brings cold weather.

Η έναρξη του χειμώνα φέρνει κρύο καιρό.

Early detection is crucial for managing the onset of diseases.

Η έγκαιρη ανίχνευση είναι ζωτικής σημασίας για τη διαχείριση της έναρξης των ασθενειών.

The sudden onset of thunderstorms caught us by surprise.

Η ξαφνική έναρξη των καταιγίδων μας αιφνιδίασε.

The medication can help delay the onset of symptoms.

Το φάρμακο μπορεί να βοηθήσει στην καθυστέρηση της έναρξης των συμπτωμάτων.

Researchers are studying the onset of Alzheimer's disease.

Ερευνητές μελετούν την έναρξη της νόσου Alzheimer.

The onset of the pandemic led to widespread panic.

Η έναρξη της πανδημίας οδήγησε σε γενικευμένο πανικό.

Early intervention can prevent the onset of certain mental health issues.

Η έγκαιρη παρέμβαση μπορεί να αποτρέψει την έναρξη ορισμένων προβλημάτων ψυχικής υγείας.

The onset of spring brings blooming flowers and warmer temperatures.

Η έναρξη της άνοιξης φέρνει ανθισμένα λουλούδια και θερμότερες θερμοκρασίες.

The onset of the meeting was delayed due to technical difficulties.

Η έναρξη της συνάντησης καθυστέρησε λόγω τεχνικών δυσκολιών.

The sudden onset of a headache made her cancel her plans.

Η ξαφνική έναρξη πονοκεφάλου την έκανε να ακυρώσει τα σχέδιά της.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα