ordains

[US]/ɔːˈdeɪnz/
[UK]/ɔrˈdeɪnz/
Frequency: Very High

Translation

v. όρκευση κάποιου ως παπας; δίδει σε κάποιον τα χριστιανικά όργανα; εντολεύει από τον Θεό ή το νόμο; καθορίζει ή αποφασίζει

Phrases & Collocations

god ordains

ο θεός προορίζει

fate ordains

η τύχη προορίζει

he ordains

εκείνος προορίζει

she ordains

εκείνη προορίζει

nature ordains

η φύση προορίζει

life ordains

η ζωή προορίζει

destiny ordains

η πορεία προορίζει

heaven ordains

το ουρανό προορίζει

time ordains

ο χρόνος προορίζει

wisdom ordains

η σοφία προορίζει

Example Sentences

the law ordains that everyone must pay taxes.

Ο νόμος προσδιορίζει ότι όλοι πρέπει να πληρώνουν φόρους.

the committee ordains new rules for the competition.

Η επιτροπή προσδιορίζει νέους κανόνες για τον αγώνα.

the church ordains ministers to serve the community.

Η εκκλησία προσδιορίζει πάστορες για να υπηρετήσουν την κοινότητα.

the constitution ordains the rights of citizens.

Η συνταγματική προσδιορίζει τα δικαιώματα των πολιτών.

the manager ordains a meeting to discuss the project.

Ο διευθυντής προσδιορίζει μια συνάντηση για να συζητήσει το έργο.

the school ordains a dress code for students.

Η σχολή προσδιορίζει έναν κανόνα ενδυμασίας για τους μαθητές.

the founder ordains the vision for the organization.

Ο ιδρυτής προσδιορίζει την όραμα για την οργάνωση.

the government ordains policies to protect the environment.

Η κυβέρνηση προσδιορίζει πολιτικές για την προστασία του περιβάλλοντος.

the teacher ordains the curriculum for the semester.

Ο δάσκαλος προσδιορίζει το πρόγραμμα για το εξάμηνο.

the leader ordains a strategy to improve productivity.

Ο ηγέτης προσδιορίζει μια στρατηγική για να βελτιώσει την παραγωγικότητα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now