outperformed expectations
έπεσε πάνω από τις προσδοκίες
outperformed competitors
έπεσε πάνω από τους ανταγωνιστές
outperformed others
έπεσε πάνω από τους άλλους
outperformed benchmarks
έπεσε πάνω από τα κριτήρια
outperformed market
έπεσε πάνω από την αγορά
outperformed peers
έπεσε πάνω από τους συνάδελφους
outperformed forecasts
έπεσε πάνω από τις προβλέψεις
outperformed results
έπεσε πάνω από τα αποτελέσματα
outperformed targets
έπεσε πάνω από τους στόχους
outperformed standards
έπεσε πάνω από τα πρότυπα
the new model has outperformed its predecessor in sales.
το νέο μοντέλο έχει υπερκερδίσει τον προηγούμενο στις πωλήσεις.
our team has consistently outperformed the competition.
η ομάδα μας έχει συνεχώς υπερκερδίσει την ανταγωνιστική αγορά.
last year's graduates outperformed this year's in job placements.
τα απόφοιτα του περσινού έχουν υπερκερδίσει τα αυτού του έτους στις εργασιακές πλευρές.
the athlete outperformed all expectations during the event.
ο αθλητής υπερκέρδισε όλες τις προσδοκίες κατά τη διάρκεια του γεγονότος.
in the recent tests, she outperformed her classmates.
στις πρόσφατες δοκιμασίες, η έχει υπερκερδίσει τους συμμαθητές της.
the investment strategy has outperformed the market average.
η στρατηγική επενδύσεων έχει υπερκερδίσει το μέσο όρο της αγοράς.
he outperformed his own records in the latest competition.
έχει υπερκερδίσει τα δικά του ρεκόρ στην τελευταία αναμέτρηση.
our product has outperformed others in durability tests.
το προϊόν μας έχει υπερκερδίσει άλλα στις δοκιμασίες αντοχής.
the software update has outperformed previous versions.
η ενημέρωση λογισμικού έχει υπερκερδίσει τις προηγούμενες εκδοχές.
she has outperformed her peers in academic achievements.
έχει υπερκερδίσει τους συναδέλφους της σε ακαδημαϊκές επιτυχίες.
outperformed expectations
έπεσε πάνω από τις προσδοκίες
outperformed competitors
έπεσε πάνω από τους ανταγωνιστές
outperformed others
έπεσε πάνω από τους άλλους
outperformed benchmarks
έπεσε πάνω από τα κριτήρια
outperformed market
έπεσε πάνω από την αγορά
outperformed peers
έπεσε πάνω από τους συνάδελφους
outperformed forecasts
έπεσε πάνω από τις προβλέψεις
outperformed results
έπεσε πάνω από τα αποτελέσματα
outperformed targets
έπεσε πάνω από τους στόχους
outperformed standards
έπεσε πάνω από τα πρότυπα
the new model has outperformed its predecessor in sales.
το νέο μοντέλο έχει υπερκερδίσει τον προηγούμενο στις πωλήσεις.
our team has consistently outperformed the competition.
η ομάδα μας έχει συνεχώς υπερκερδίσει την ανταγωνιστική αγορά.
last year's graduates outperformed this year's in job placements.
τα απόφοιτα του περσινού έχουν υπερκερδίσει τα αυτού του έτους στις εργασιακές πλευρές.
the athlete outperformed all expectations during the event.
ο αθλητής υπερκέρδισε όλες τις προσδοκίες κατά τη διάρκεια του γεγονότος.
in the recent tests, she outperformed her classmates.
στις πρόσφατες δοκιμασίες, η έχει υπερκερδίσει τους συμμαθητές της.
the investment strategy has outperformed the market average.
η στρατηγική επενδύσεων έχει υπερκερδίσει το μέσο όρο της αγοράς.
he outperformed his own records in the latest competition.
έχει υπερκερδίσει τα δικά του ρεκόρ στην τελευταία αναμέτρηση.
our product has outperformed others in durability tests.
το προϊόν μας έχει υπερκερδίσει άλλα στις δοκιμασίες αντοχής.
the software update has outperformed previous versions.
η ενημέρωση λογισμικού έχει υπερκερδίσει τις προηγούμενες εκδοχές.
she has outperformed her peers in academic achievements.
έχει υπερκερδίσει τους συναδέλφους της σε ακαδημαϊκές επιτυχίες.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now