overcome

[ΗΠΑ]/ˌəʊvəˈkʌm/
[ΗΒ]/ˌoʊvərˈkʌm/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

vt. & vi. κατακτώ; υπερνικάω
vt. κατακλύζομαι από (καπνό, συναισθήματα κ.λπ.)
Word Forms
Past Participleovercome
Third Person Singularovercomes
Present Participleovercoming
Past Tenseovercame

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

overcome difficulties

υπερνίκηση δυσκολιών

Παραδείγματα Προτάσεων

be overcome with liquor

να ξεπεράσω με αλκοόλ

she was overcome with grief.

αυτή ξεπέρασε το πένθος.

overcome a physical handicap.

να ξεπεράσω μια σωματική αναπηρία.

They were overcome with sadness.

Ένιωσαν να τους κυριεύσει η λύπη.

She was overcome by smoke.

Ένιωσε να την κυριεύσει ο καπνός.

she was obviously overcome with excitement.

Προφανώς υπερλάμβανε από ενθουσιασμό.

We were overcome with joy.

Μας πλημμύρισε χαρά.

overcome mountains of difficulties

να ξεπεράσω βουνά δυσκολιών

She was suddenly overcome by lethargy.

Ξαφνικά την κυρίευσε η λήθαργος.

I was suddenly overcome with an access of rage.

Ξαφνικά με πλημμύρισε μια έξαρση θυμού.

she was overcome with horror at the ghastly spectacle.

Ένιωσε τρόμο μπροστά στο φρικιαστικό θέαμα.

they were overcome by the noxious fumes.

Ένιωσαν να τους κυριεύσουν οι λυκοφάγες αναθυμιάσεις.

lacked the will to overcome the addiction.

δεν είχε την θέληση να ξεπεράσει τον εθισμό.

The doctor resuscitated the man who was overcome by gas.

Ο γιατρός επανέφερε στη ζωή τον άντρα που είχε χάσει τις αισθήσεις του από το αέριο.

the paradox of using force to overcome force is a real contradiction.

το παράδοξο της χρήσης βίας για να ξεπεράσεις τη βία είναι μια πραγματική αντίφαση.

she was overcome by lassitude and retired to bed.

Ένιωσε αδυναμία και πήγε για ύπνο.

I was overcome with acute nostalgia for my days at university.

Κατακλύστηκα από έντονη νοσταλγία για τις μέρες μου στο πανεπιστήμιο.

Παραδείγματα από τον πραγματικό κόσμο

If people knew how to overcome failure?

Αν οι άνθρωποι ήξεραν πώς να ξεπεράσουν την αποτυχία;

Πηγή: TED Talks (Audio Version) February 2015 Collection

They learn how to overcome their own prejudices.

Μαθαίνουν πώς να ξεπεράσουν τις δικές τους προκαταλήψεις.

Πηγή: A Small Story, A Great Documentary

Can we overcome the sickness of fear?

Μπορούμε να ξεπεράσουμε την ασθένεια του φόβου;

Πηγή: TED Talks (Audio Version) April 2014 Collection

And what is else not to be overcome?

Και τι άλλο δεν πρέπει να ξεπεραστεί;

Πηγή: Selected Literary Poems

Do you know how you will overcome them?

Ξέρετε πώς θα τα ξεπεράσετε;

Πηγή: Tales of Imagination and Creativity

Officials at CERDEC say these drawbacks can be overcome.

Αξιωματούχοι της CERDEC λένε ότι αυτά τα μειονεκτήματα μπορούν να ξεπεραστούν.

Πηγή: The Economist - Comprehensive

But experts warn many difficulties need to be overcome.

Αλλά οι ειδικοί προειδοποιούν ότι πολλές δυσκολίες πρέπει να ξεπεραστούν.

Πηγή: VOA Special English: World

I firmly believe that we will overcome all challenges.

Πιστεύω ακράδαντα ότι θα ξεπεράσουμε όλες τις προκλήσεις.

Πηγή: Lai Shixiong Basic English Vocabulary 2000

Then, how do we overcome such a syndrome?

Τότε, πώς ξεπερνάμε ένα τέτοιο σύνδρομο;

Πηγή: Intermediate English short passage

A hypervelocity star can easily overcome its attraction and escape.

Ένα υπερδραστικό άστρο μπορεί εύκολα να ξεπεράσει την έλξη του και να δραπετεύσει.

Πηγή: Mysteries of the Universe

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα