ovine

[US]/ˈəʊvaɪn/
[UK]/ˈoʊvaɪn/
Frequency: Very High

Translation

adj. ο συνδεδεμένος με τα πρόβατα; αναφορικό προς τα πρόβατα

Phrases & Collocations

ovine species

ειδικότητα προβάτων

ovine wool

κλωστή προβάτων

ovine health

υγεία προβάτων

ovine production

παραγωγή προβάτων

ovine genetics

γενετική προβάτων

ovine behavior

συμπεριφορά προβάτων

ovine nutrition

διατροφή προβάτων

ovine breeding

αναπαραγωγή προβάτων

ovine parasites

παράσιτα προβάτων

ovine industry

βιομηχανία προβάτων

Example Sentences

ovine species are commonly raised for their wool.

Οι αρνειοειδείς είδη φυτρώνονται συχνά για το ύφασμά τους.

the ovine population in this region has increased significantly.

Η πληθυσμιακή αύξηση των αρνειοειδών σε αυτήν την περιοχή έχει αυξηθεί σημαντικά.

many farmers specialize in ovine husbandry.

Πολλοί γεωργοί ειδικεύονται στην ανέμελη φυτρωτική πρακτική αρνειοειδών.

ovine diseases can affect wool quality.

Οι ασθένειες των αρνειοειδών μπορεί να επηρεάσουν την ποιότητα του ύφασματος.

sheep are the most common ovine animals.

Οι πρόβατα είναι τα πιο κοινά αρνειοειδή ζώα.

ovine genetics plays a crucial role in breeding.

Η γενετική των αρνειοειδών παίζει σημαντικό ρόλο στην αναπαραγωγή.

ovine meat is a popular dish in many cultures.

Το κρέας αρνειοειδών είναι μια δημοφιλής πιάτο σε πολλές πολιτισμικές περιοχές.

farmers must be knowledgeable about ovine care.

Οι γεωργοί πρέπει να είναι ενημερωμένοι για την φροντίδα των αρνειοειδών.

ovine grazing can improve pasture health.

Η πασχίζουσα πρακτική αρνειοειδών μπορεί να βελτιώσει την υγεία των πασχικών εκτάσεων.

the ovine industry contributes significantly to the economy.

Η βιομηχανία αρνειοειδών συμβάλλει σημαντικά στην οικονομία.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now