paid

[US]/peɪd/
[UK]/ped/
Frequency: Very High

Translation

adj. καταβληθείς με πληρωμή; ήδη πληρωμένος
vt. να καταβάλεις με πληρωμή; να πληρώσεις
Word Forms
Past Participlepaid
Past Tensepaid

Phrases & Collocations

paid in full

πληρωμένο σε ολόκληρο

paid vacation

πληρωμένες διακοπές

get paid

να πληρωθεί

paid off

πληρωμένο

paid leave

πληρωμένη άδεια

paid for

πληρωμένο για

paid in

πληρωμένο μέσα

paid out

πληρωμένο

well paid

καλά πληρωμένο

interest paid

πληρωμένο τόκος

amount paid

ποσό πληρωμένο

fee paid

τέλος πληρωμής

paid up

πληρωμένο πλήρως

fully paid

πλήρως πληρωμένο

poorly paid

χαμηλά αμειβόμενος

freight paid

πληρωμένο ταχυδρομείο

paid holiday

πληρωμένο διακοπές

duty paid

πληρωμένο φορολογικό

charges paid

πληρωμένο τέλη

Example Sentences

they paid obeisance to the Prince.

πλήρωσαν υποταγή στον Πρίγκιπα.

He will be paid therefor.

Θα του πληρωθεί γι' αυτό.

a highly paid official

ένας εξαιρετικά αμειβόμενος αξιωματικός.

paid a fancy price for the car.

Πλήρωσα μια υψηλή τιμή για το αυτοκίνητο.

you will be paid monthly in arrears.

θα σας πληρώνουν μηνιαίως με καθυστέρηση.

the staff were paid in cash.

το προσωπικό πληρωνόταν με μετρητά.

money paid in discharge of a claim.

χρήματα που καταβάλλονται ως πληρωμή ενός δικαιώματος.

a paid, anonymous informer.

ένας πληρωμένος, ανώνυμος πληροφορητής.

a philoprogenitive ill-paid artisan.

ένας φιλογονικός κακομισθός επαγγελματίας.

interest is paid quarterly.

το επιτόκιο πληρώνεται τριμηνιαίως.

She paid big for that.

Εκείνη πλήρωσε πολύ γι' αυτό.

I paid the debt in full.

Πλήρωσα το δάνειο στο σύνολό του.

paid cash on the barrel for the car.

πλήρωσε με μετρητά στον κρατήρα για το αυτοκίνητο.

It paid us to be generous.

Η γενειοσύνη το έκανε αξιόλογο.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now