paleontology

[US]/ˌpeɪliɒnˈtɒlədʒi/
[UK]/ˌpeɪliɑnˈtɑlədʒi/
Frequency: Very High

Translation

n. ένας κλάδος της επιστήμης που ασχολείται με τα εξαφανισμένα ζώα και φυτά
Word Forms

Phrases & Collocations

paleontology research

έρευνα παλαιοντολογίας

paleontology fieldwork

πε候ική εργασία παλαιοντολογίας

paleontology museum

μουσείο παλαιοντολογίας

paleontology expert

ειδικός παλαιοντολογίας

paleontology studies

μελέτες παλαιοντολογίας

paleontology fossils

παλαιοντολογικά απολιθώματα

paleontology conference

συνάντηση παλαιοντολογίας

paleontology techniques

τεχνικές παλαιοντολογίας

paleontology discoveries

ανακαλύψεις παλαιοντολογίας

paleontology education

εκπαίδευση παλαιοντολογίας

Example Sentences

paleontology is the study of ancient life forms.

η παλαιοντολογία είναι η μελέτη των αρχαίων μορφών ζωής.

paleontology provides insights into earth's history.

η παλαιοντολογία παρέχει επισκοπή στην ιστορία της γης.

the fossil record is crucial for paleontology.

το απολιθωμένο καταγραφή είναι κρίσιμο για την παλαιοντολογία.

paleontology can help us understand climate change.

η παλαιοντολογία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τις αλλαγές του κλίματος.

she is pursuing a degree in paleontology.

εκείνη ακολουθεί ένα πτυχίο στην παλαιοντολογία.

paleontology often involves fieldwork and excavation.

η παλαιοντολογία συχνά συμπεριλαμβάνει εργασία στο πε候ν και ανασκαφή.

paleontology helps us learn about extinct species.

η παλαιοντολογία μας βοηθά να μάθουμε για εξελιγμένες είδη.

the study of paleontology requires patience and dedication.

η μελέτη της παλαιοντολογίας απαιτεί υπομονή και προσήλωση.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now