pamperings

[US]/ˈpæmpərɪŋ/
[UK]/ˈpæmpərɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. που απολαμβάνει ή αντιμετωπίζει με υπερβολική προσοχή

Phrases & Collocations

self pampering

αυτοπεριποίηση

pampering session

συνεδρία περιποίησης

pampering day

ημέρα περιποίησης

pampering treatment

θεραπεία περιποίησης

pampering spa

σπα περιποίησης

pampering experience

εμπειρία περιποίησης

pampering gift

δώρο περιποίησης

pampering routine

ρουτίνα περιποίησης

pampering products

προϊόντα περιποίησης

pampering weekend

τέλος εβδομάδας περιποίησης

Example Sentences

she believes in pampering herself on weekends.

εκείνη πιστεύει στην αυτοπεριποίηση της το Σαββατοκύριακο.

pampering your pet is essential for their happiness.

η αυτοπεριποίηση του προσυμπάρτη σας είναι απαραίτητη για την ευτυχία τους.

he enjoys pampering his friends with thoughtful gifts.

εκείνος απολαμβάνει να τους προσφέρει σκεπτικές δώρα στους φίλους του.

pampering can be a great way to relieve stress.

η αυτοπεριποίηση μπορεί να είναι μια μεγάλη μέθοδος για να αποσυμπιέσετε το στρες.

they spent the day pampering themselves at the spa.

έδαφαν την ημέρα να τους αυτοπεριποιούνται στο spa.

pampering your skin with good products is important.

η αυτοπεριποίηση του δέρματός σας με καλά προϊόντα είναι σημαντική.

she has a routine for pampering her hair.

εκείνη έχει μια συνήθεια για την αυτοπεριποίηση των μαλλιών της.

pampering your loved ones shows how much you care.

η αυτοπεριποίηση των αγαπημένων σας αντικειμένων δείχνει πόσο προσεχτικός είστε.

he believes in pampering his body with healthy food.

εκείνος πιστεύει στην αυτοπεριποίηση του σώματός του με υγιεινή τροφή.

pampering yourself occasionally can boost your mood.

η αυτοπεριποίηση του εαυτού σας κάποιες φορές μπορεί να βελτιώσει τη διάθεσή σας.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now