paralyzes

[US]/ˈpær.ə.laɪz.ɪz/
[UK]/ˈpær.ə.laɪz.ɪz/
Frequency: Very High

Translation

v. να προκαλέσει ακινησία ή αναδυναμία λειτουργίας

Phrases & Collocations

fear paralyzes

το φόβο παραλυώνει

anxiety paralyzes

η αγχωδιά παραλυώνει

stress paralyzes

το στρες παραλυώνει

doubt paralyzes

η αμφιβολία παραλυώνει

uncertainty paralyzes

η αβεβαιότητα παραλυώνει

fear paralyzes action

το φόβο παραλυώνει την ενέργεια

overthinking paralyzes

η υπερσκέψη παραλυώνει

confusion paralyzes

η σύγχυση παραλυώνει

pain paralyzes

το πόνος παραλυώνει

Example Sentences

the sudden news paralyzes the entire team.

τα απρόσμενα νέα παραλυώνται όλη την ομάδα.

fear often paralyzes us in critical situations.

η φόβος μας παραλύει σε κρίσιμες καταστάσεις.

the accident paralyzes traffic for hours.

το ατύχημα παραλύει το κυκλοφορία για ώρες.

her injury paralyzes her ability to walk.

η τραύμα της παραλύει την ικανότητά της να περπατήσει.

overthinking can paralyze decision-making.

η υπερσκέψη μπορεί να παραλύσει τη λήψη αποφάσεων.

the cold weather paralyzes outdoor activities.

το κρύο καιρό παραλύει τις εξωτερικές δραστηριότητες.

his doubts paralyze his creative process.

τα αμφιβολίες του παραλύουν τη διαδικασία του δημιουργικού του.

economic instability paralyzes business growth.

η οικονομική αστάθεια παραλύει την ανάπτυξη των επιχειρήσεων.

excessive stress can paralyze your performance.

η υπερβολική ένταση μπορεί να παραλύσει την απόδοσή σας.

the storm paralyzes the city for days.

η βροχή παραλύει την πόλη για ημέρες.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now