parked

[US]/pɑːkt/
[UK]/pɑrkt/

Translation

adj. σταθερό; σταμενός και αφιερωμένος σε ένα σημείο
v. παρακαταχωρητική μορφή και παρακαταχωρητικός τύπος του πάρκου: να σταματήσει και να αφήσει ένα όχημα σε ένα σημείο

Phrases & Collocations

parked car

σταμενωμένο αυτοκίνητο

parked outside

σταμενωμένο έξω

carefully parked

σταμενωμένο προσεκτικά

parked here

σταμενωμένο εδώ

parked safely

σταμενωμένο ασφαλώς

getting parked

σταμενωμένο

parked illegally

σταμενωμένο παράνομα

parked nearby

σταμενωμένο κοντά

parked under

σταμενωμένο κάτω από

parked across

σταμενωμένο απέναντι

Example Sentences

the car was parked awkwardly across two spaces.

το αυτοκίνητο είχε παρκαριστεί ασυμμετρικά σε δύο χώρους.

we parked near the entrance to the museum.

παρκάραμε κοντά στην είσοδο του μουσείου.

he parked his motorcycle on the sidewalk.

παρκάρισε το μοτοσικλετάκι του στην πεζοδρομία.

the delivery truck was parked outside the store.

το φορτηγό παρκαρισμένο έξω από το κατάστημα.

she parked the bicycle in the designated area.

παρκάρισε το ποδήλατο στην καθορισμένη περιοχή.

they parked the car and walked to the beach.

παρκάρισαν το αυτοκίνητο και περπάτησαν προς την παραλία.

the old van was parked behind the building.

το παλιό φορτηγό παρκαρισμένο πίσω από το κτίριο.

he parked the car and locked the doors.

παρκάρισε το αυτοκίνητο και κλείδωσε τις πόρτες.

the scooter was parked neatly in the garage.

το σκουτερ παρκαρισμένο κατάλληλα στο αποθηκευτικό χώρο.

we parked the rv and set up camp.

παρκάραμε το rv και στήσαμε στήλη.

the taxi was parked waiting for a fare.

το ταξί παρκαρισμένο περιμένοντας για μια διαδρομή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now