parsnip

[US]/'pɑːsnɪp/
[UK]/'pɑrsnɪp/
Frequency: Very High

Translation

n. ένα είδος ευρωπαϊκής φυτολογικής οντότητας με μακρύ, χλιδωπό, καταναλώσιμο ριζοστάσιο.
Word Forms
Pluralparsnips

Example Sentences

roast parsnips are a delicious side dish for Thanksgiving dinner

τα παρσιπίνια στο ρόφημα είναι ένα χορτοφάγο πλευρικό τρόφιμο για το γιορτινό δείπνο της Παρασκευής του Χριστού

parsnips can be used in soups and stews for added flavor

τα παρσιπίνια μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε κολοκύθινα και κούρδισμα για πρόσθετο γεύση

mashed parsnips make a creamy and flavorful alternative to mashed potatoes

τα παρσιπίνια σε σκόνη δίνουν μια γλυκιά και γευστική εναλλακτική των μακαρονιών

parsnips are a root vegetable similar to carrots

τα παρσιπίνια είναι ένα ριζωματικό λαχανικό παρόμοιο με τις καρότες

honey-glazed parsnips are a sweet and savory side dish

τα παρσιπίνια με μέλι είναι ένα γλυκό και ομαλό πλευρικό τρόφιμο

roasted parsnips with herbs are a tasty addition to any meal

τα παρσιπίνια στο ρόφημα με χόρτο είναι μια χορτοφάγο προσθήκη σε οποιοδήποτε γεύμα

parsnips are high in fiber and vitamin C

τα παρσιπίνια είναι πλούσια σε ινές και βιταμίνη C

parsnips can be roasted, boiled, or mashed

τα παρσιπίνια μπορούν να ρόφηση, να βραστούν ή να γίνουν σε σκόνη

parsnips are often used in traditional English cooking

τα παρσιπίνια χρησιμοποιούνται συχνά στην παραδοσιακή Αγγλική κουζίνα

parsnips have a slightly sweet and earthy flavor

τα παρσιπίνια έχουν μια ελαφρώς γλυκιά και γηική γεύση

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now