pastels

[US]/ˈpæstɛlz/
[UK]/ˈpæstəlz/
Frequency: Very High

Translation

n. χρωματιστοί μολύβες που χρησιμοποιούνται για σχεδιασμό; έργα τέχνης που δημιουργούνται με χρήση παστέλ; μαλακά, φωτεινά χρώματα; μολύβες που φτιάχνονται από σκόνη χρωματιστών υλών.

Phrases & Collocations

soft pastels

μαλακά παστέλ

pastels colors

χρώματα παστέλ

pastels art

τέχνη παστέλ

pastels drawing

ζωγραφική παστέλ

pastels palette

παλέτα παστέλ

vibrant pastels

ζωντανά παστέλ

pastels technique

τεχνική παστέλ

pastels on paper

παστέλ σε χαρτόνι

pastels for kids

παστέλ για παιδιά

pastels in art

παστέλ στην τέχνη

Example Sentences

she loves to paint with pastels.

αγαπάει να ζωγραφιζει με παστέλ.

pastels can create soft and delicate colors.

τα παστέλ μπορούν να δημιουργήσουν απαλά και εύαινστα χρώματα.

he used pastels to draw a beautiful landscape.

χρησιμοποίησε παστέλ για να ζωγραφίσει ένα όμορφο τοπίο.

pastels are perfect for blending colors.

τα παστέλ είναι τέλεια για την ανάμιξη χρωμάτων.

she prefers pastels over oil paints.

προτιμά τα παστέλ από τα λιπαντικά χρώματα.

he bought a set of pastels for his art class.

αγόρασε ένα σύνολο παστέλ για την τάξη του τέχνης.

pastels can be used on various types of paper.

τα παστέλ μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε διάφορα είδη χαρτιού.

she demonstrated how to layer pastels effectively.

έδειξε πώς να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά τα παστέλ σε στρώματα.

pastels are often used in portrait drawing.

τα παστέλ χρησιμοποιούνται συχνά στη ζωγραφική πορτρέτου.

he enjoys experimenting with different pastel techniques.

απολαμβάνει να πειραματιζόμαστε με διαφορετικές τεχνικές παστέλ.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now