pastes

[US]/peɪsts/
[UK]/peɪsts/
Frequency: Very High

Translation

n. μίγμα που χρησιμοποιείται για την εξάπλωση ή την προσκόλληση; πληθυντικό του παστό; τόπιο ή επανωστική ουσία; γυαλί με χαλκό που χρησιμοποιείται σε ψευδογρανάτα

Phrases & Collocations

copy pastes

αντιγραφές επικολλήσεων

text pastes

επικολλήσεις κειμένου

image pastes

επικολλήσεις εικόνων

quick pastes

γρήγορες επικολλήσεις

code pastes

επικολλήσεις κώδικα

data pastes

επικολλήσεις δεδομένων

link pastes

επικολλήσεις συνδέσμων

file pastes

επικολλήσεις αρχείων

textual pastes

επικολλήσεις κειμένου

formatted pastes

επικολλήσεις με σχηματισμό

Example Sentences

she pastes the photos into her scrapbook.

εκείνη πετάγει τις φωτογραφίες στο επιτραπέζιο της.

he pastes the labels on the boxes for shipping.

εκείνος πετάγει τις ετικέτες στα κουτιά για την αποστολή.

the teacher pastes the students' artwork on the wall.

η δασκάλα πετάγει την τέχνη των μαθητών στο τοίχο.

she pastes the cut-out coupons in her planner.

εκείνη πετάγει τα αποκομμένα κουπόνια στο πρόγραμμά της.

he pastes the reminders on the fridge.

εκείνος πετάγει τα υπενθυμίσεις στο ψυγειό.

the artist pastes various materials to create a collage.

ο καλλιτέχνης πετάγει διάφορα υλικά για να δημιουργήσει ένα κολαζ.

she pastes her favorite quotes in her journal.

εκείνη πετάγει τις αγαπημένες της παρατηρήσεις στο διαγραμμισμένο της.

he pastes the stickers in his collection book.

εκείνος πετάγει τα σφραγίδες στο βιβλίο των συλλογών του.

she pastes the results on the bulletin board.

εκείνη πετάγει τα αποτελέσματα στην πινακίδα ανακοινώσεων.

the child pastes the pieces together to complete the puzzle.

το παιδί πετάγει τα κομμάτια μαζί για να ολοκληρώσει το παζλ.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now