penurious lifestyle
εμπεδωμένη ζωή
penurious conditions
εμπεδωμένες συνθήκες
penurious individual
εμπεδωμένο άτομο
penurious environment
εμπεδωμένο περιβάλλον
penurious circumstances
εμπεδωμένες συνθήκες
penurious family
εμπεδωμένη οικογένεια
penurious situation
εμπεδωμένη κατάσταση
penurious existence
εμπεδωμένη ύπαρξη
penurious youth
εμπεδωμένη νεότητα
penurious society
εμπεδωμένη κοινωνία
his penurious lifestyle made it difficult to maintain friendships.
Ο ζητιάνος τρόπος ζωής του έκανε δύσκολο να διατηρήσει φιλίες.
she grew up in a penurious household, which shaped her work ethic.
Μεγάλωσε σε ένα ζητιάνικο περιβάλλον, το οποίο διαμόρφωσε την εργασιακή της ηθική.
the charity aims to help penurious families in the community.
Η φιλανθρωπική οργάνωση στοχεύει να βοηθήσει τις ζητιάνικες οικογένειες στην κοινότητα.
despite his penurious background, he achieved great success.
Παρά το ζητιάνικο υπόβαθρό του, πέτυχε μεγάλη επιτυχία.
living in a penurious environment can lead to innovative solutions.
Η διαβίωση σε ένα ζητιάνικο περιβάλλον μπορεί να οδηγήσει σε καινοτόμες λύσεις.
she was known for her penurious habits, always saving money.
Ήταν γνωστή για τις ζητιάνικες συνήθειές της, πάντα αποταμιεύοντας χρήματα.
the penurious conditions in the region prompted government intervention.
Οι ζητιάνικες συνθήκες στην περιοχή οδήγησαν σε κυβερνητική παρέμβαση.
his penurious nature made him reluctant to spend on luxuries.
Η ζητιάνοι φύση του τον έκανε απρόθυμο να ξοδέψει σε πολυτελείς.
many penurious students struggle to afford college tuition.
Πολλοί ζητιάνοι φοιτητές δυσκολεύονται να πληρώσουν τα δίδακτρα του κολεγίου.
the penurious state of the library led to a fundraising campaign.
Η ζητιάνικη κατάσταση της βιβλιοθήκης οδήγησε σε μια καμπάνια συγκέντρωσης χρημάτων.
penurious lifestyle
εμπεδωμένη ζωή
penurious conditions
εμπεδωμένες συνθήκες
penurious individual
εμπεδωμένο άτομο
penurious environment
εμπεδωμένο περιβάλλον
penurious circumstances
εμπεδωμένες συνθήκες
penurious family
εμπεδωμένη οικογένεια
penurious situation
εμπεδωμένη κατάσταση
penurious existence
εμπεδωμένη ύπαρξη
penurious youth
εμπεδωμένη νεότητα
penurious society
εμπεδωμένη κοινωνία
his penurious lifestyle made it difficult to maintain friendships.
Ο ζητιάνος τρόπος ζωής του έκανε δύσκολο να διατηρήσει φιλίες.
she grew up in a penurious household, which shaped her work ethic.
Μεγάλωσε σε ένα ζητιάνικο περιβάλλον, το οποίο διαμόρφωσε την εργασιακή της ηθική.
the charity aims to help penurious families in the community.
Η φιλανθρωπική οργάνωση στοχεύει να βοηθήσει τις ζητιάνικες οικογένειες στην κοινότητα.
despite his penurious background, he achieved great success.
Παρά το ζητιάνικο υπόβαθρό του, πέτυχε μεγάλη επιτυχία.
living in a penurious environment can lead to innovative solutions.
Η διαβίωση σε ένα ζητιάνικο περιβάλλον μπορεί να οδηγήσει σε καινοτόμες λύσεις.
she was known for her penurious habits, always saving money.
Ήταν γνωστή για τις ζητιάνικες συνήθειές της, πάντα αποταμιεύοντας χρήματα.
the penurious conditions in the region prompted government intervention.
Οι ζητιάνικες συνθήκες στην περιοχή οδήγησαν σε κυβερνητική παρέμβαση.
his penurious nature made him reluctant to spend on luxuries.
Η ζητιάνοι φύση του τον έκανε απρόθυμο να ξοδέψει σε πολυτελείς.
many penurious students struggle to afford college tuition.
Πολλοί ζητιάνοι φοιτητές δυσκολεύονται να πληρώσουν τα δίδακτρα του κολεγίου.
the penurious state of the library led to a fundraising campaign.
Η ζητιάνικη κατάσταση της βιβλιοθήκης οδήγησε σε μια καμπάνια συγκέντρωσης χρημάτων.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα