the penuriousnesses of the family prevented them from affording basic necessities.
Η πενιχρότητα της οικογένειας τους αποφάσισε να μην μπορούν να αγοράσουν βασικές ανάγκες.
his penuriousnesses became legendary among his colleagues.
Η πενιχρότητα του έγινε αφήγημα μεταξύ των συναδέλφων του.
the penuriousnesses displayed by the wealthy businessman shocked everyone.
Η πενιχρότητα που επιδεικνύεται από τον πλούσιο επιχειρηματία έκανε όλους να εκπλαγούν.
despite their penuriousnesses, they maintained their dignity.
Παρά την πενιχρότητα τους, διατήρησαν την αξιοπρέπεια τους.
the penuriousnesses of the local government led to severe public service cuts.
Η πενιχρότητα της τοπικής κυβέρνησης οδήγησε σε σοβαρές μειώσεις στα δημόσια υπηρεσία.
her penuriousnesses were a result of her traumatic childhood.
Η πενιχρότητα της ήταν αποτέλεσμα της τραυματικής παιδικής της ηλικίας.
the penuriousnesses observed in the study surprised the researchers.
Η πενιχρότητα που παρατηρήθηκε στη μελέτη έκανε τους ερευνητές να εκπλαγούν.
we cannot explain the penuriousnesses of such a prosperous nation.
Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την πενιχρότητα μιας τόσο πλούσιας χώρας.
the penuriousnesses of the old regime were well documented.
Η πενιχρότητα της παλιάς κυβέρνησης ήταν καλά καταγεγραμμένη.
their penuriousnesses forced them to make difficult choices.
Η πενιχρότητα τους τους υποχρέωσε να πάρουν δύσκολες αποφάσεις.
the penuriousnesses endemic to that era shaped the entire culture.
Η πενιχρότητα που ήταν ενδημική για εκείνη την εποχή σχήματισε ολόκληρη την πολιτισμική τους ιστορία.
his penuriousnesses manifested in his extreme reluctance to spend any money.
Η πενιχρότητα του εκδηλώθηκε στην απόλυτη αντίστασή του να δαπανήσει οποιοδήποτε χρήμα.
the penuriousnesses of the family prevented them from affording basic necessities.
Η πενιχρότητα της οικογένειας τους αποφάσισε να μην μπορούν να αγοράσουν βασικές ανάγκες.
his penuriousnesses became legendary among his colleagues.
Η πενιχρότητα του έγινε αφήγημα μεταξύ των συναδέλφων του.
the penuriousnesses displayed by the wealthy businessman shocked everyone.
Η πενιχρότητα που επιδεικνύεται από τον πλούσιο επιχειρηματία έκανε όλους να εκπλαγούν.
despite their penuriousnesses, they maintained their dignity.
Παρά την πενιχρότητα τους, διατήρησαν την αξιοπρέπεια τους.
the penuriousnesses of the local government led to severe public service cuts.
Η πενιχρότητα της τοπικής κυβέρνησης οδήγησε σε σοβαρές μειώσεις στα δημόσια υπηρεσία.
her penuriousnesses were a result of her traumatic childhood.
Η πενιχρότητα της ήταν αποτέλεσμα της τραυματικής παιδικής της ηλικίας.
the penuriousnesses observed in the study surprised the researchers.
Η πενιχρότητα που παρατηρήθηκε στη μελέτη έκανε τους ερευνητές να εκπλαγούν.
we cannot explain the penuriousnesses of such a prosperous nation.
Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την πενιχρότητα μιας τόσο πλούσιας χώρας.
the penuriousnesses of the old regime were well documented.
Η πενιχρότητα της παλιάς κυβέρνησης ήταν καλά καταγεγραμμένη.
their penuriousnesses forced them to make difficult choices.
Η πενιχρότητα τους τους υποχρέωσε να πάρουν δύσκολες αποφάσεις.
the penuriousnesses endemic to that era shaped the entire culture.
Η πενιχρότητα που ήταν ενδημική για εκείνη την εποχή σχήματισε ολόκληρη την πολιτισμική τους ιστορία.
his penuriousnesses manifested in his extreme reluctance to spend any money.
Η πενιχρότητα του εκδηλώθηκε στην απόλυτη αντίστασή του να δαπανήσει οποιοδήποτε χρήμα.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now