percentages

[US]/pəˈsɛntɪdʒɪz/
[UK]/pərˈsɛntɪdʒɪz/
Frequency: Very High

Translation

n. η πληθυσμιακή μορφή του ποσοστού; αναλογίες; μοιράσματα κερδών; επιβαρύνσεις.

Phrases & Collocations

high percentages

υψηλά ποσοστά

low percentages

χαμηλά ποσοστά

percentage increase

ποσοστιαία αύξηση

percentage decrease

μείωση ποσοστού

average percentages

μέσα ποσοστά

percentages vary

τα ποσοστά διαφέρουν

percentages calculated

ποσοστά υπολογισμένα

percentages reported

ποσοστά αναφερθέντα

percentages shown

ποσοστά που εμφανίζονται

percentages analyzed

ποσοστά αναλυμένα

Example Sentences

many students achieved high percentages in their exams.

πολλοί φοιτητές έχουν επιτύχει υψηλά ποσοστά στις εξετάσεις τους.

we need to analyze the percentages of each category.

χρειαζόμαστε να αναλύσουμε τα ποσοστά κάθε κατηγορίας.

percentages can help us understand the data better.

τα ποσοστά μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τα δεδομένα.

the percentages of people voting have increased this year.

τα ποσοστά των ανθρώπων που ψήφισαν έχουν αυξηθεί φέτος.

she calculated the percentages for the project report.

έκανε τους υπολογισμούς των ποσοστών για το αναφορικό του έργου.

different percentages can indicate varying levels of success.

διαφορετικά ποσοστά μπορούν να δείχνουν διαφορετικά επίπεδα επιτυχίας.

understanding percentages is crucial in financial planning.

η κατανόηση των ποσοστών είναι κρίσιμη στην οικονομική προσαρμογή.

the survey showed percentages of satisfaction among customers.

η έρευνα έδειξε ποσοστά ικανοποίησης μεταξύ των πελατών.

percentages are often used in statistical analysis.

τα ποσοστά χρησιμοποιούνται συχνά στη στατιστική ανάλυση.

he presented the percentages in a clear chart.

παρουσίασε τα ποσοστά σε ένα καθαρό γράφημα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now