pericardial

[US]/ˌpɛrɪˈkɑːdiəl/
[UK]/ˌpɛrɪˈkɑrdiəl/
Frequency: Very High

Translation

adj. σχετικό με το περικάρδιο, την μεμβράνη που περιβάλλει το καρδιακό μυ; περιβάλλον το καρδιακό μυ

Phrases & Collocations

pericardial effusion

έκρηξη του περικαρδίου

pericardial cavity

περικαρδιακή κοιλότητα

pericardial disease

περικαρδιακή νόσος

pericardial fluid

περικαρδιακό υγρό

pericardial tamponade

περικαρδιακή ταμπονάδα

pericardial inflammation

περικαρδιακή φλεγμονή

pericardial pressure

περικαρδιακή πίεση

pericardial biopsy

περικαρδιακή βιοψία

pericardial rupture

περικαρδιακή διαρροή

pericardial surgery

περικαρδιακή χειρουργική επέμβαση

Example Sentences

the pericardial fluid acts as a lubricant for the heart.

το περικαρδιακό υγρό δρα ως λιπασματικό για το καρδιά.

pericardial effusion can lead to serious complications.

η περικαρδιακή ενδοχή μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές.

the pericardial sac surrounds the heart.

το περικαρδιακό σάκο περιβάλλει το καρδιά.

inflammation of the pericardial lining can cause pain.

η φλεγμονή του περικαρδιακού περιβλήματος μπορεί να προκαλέσει πόνο.

pericardial disease can affect heart function.

η περικαρδιακή νόσος μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία του καρδιά.

symptoms of pericardial disorders include chest pain.

τα συμπτώματα των περικαρδιακών διαταραχών περιλαμβάνουν πόνο στον θώρακα.

imaging studies can help diagnose pericardial conditions.

τα εργαστηριακά μελετήματα εικόνας μπορούν να βοηθήσουν στη διάγνωση περικαρδιακών καταστάσεων.

pericardial tumors are rare but can be serious.

τα περικαρδιακά όγκα είναι σπάνια αλλά μπορεί να είναι σοβαρά.

monitoring pericardial pressure is important during surgery.

η παρακολούθηση της περικαρδιακής πίεσης είναι σημαντική κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now