permissives

[US]/pəˈmɪsɪv/
[UK]/pərˈmɪsɪv/
Frequency: Very High

Translation

adj. επιτρέπων ή χαρακτηριζόμενο από μεγάλη ελευθερία ή χαλαρότητα; επιτρέπων ή χαρακτηριζόμενο από ελευθερία να κάνεις ό,τι θέλεις; ανεκτικός; επιτρέπων.

Example Sentences

I was not a permissive parent.

Δεν ήμουν ένας ευνοϊκός γονιός.

a highly permissive attitude

μια ιδιαίτερα επιεικής στάση

a society that is sexually permissive

μια κοινωνία που είναι σεξουαλικά επιτρεπτική

the Hague Convention was permissive, not mandatory.

Η Συνθήκη της Χάγης ήταν επιτρεπτική, όχι υποχρεωτική.

the mutants grow well at the permissive temperature.

τα μεταλλαγμένα αναπτύσσονται καλά στην επιτρεπτή θερμοκρασία.

the permissive society of the 60s and 70s.

η ευνοϊκή κοινωνία των εξηκοντακοντα και εβδομηκοντακοντα.

critics believe we are now reaping the harvest of our permissive ways.

οι κριτικοί νομίζουν ότι τώρα συγκομιζόμαστε τα αποτελέσματα των ευνοϊκών μας τρόπων.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now